Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Βικτωρία Καπλάνη, "Η άγνωστη φίλη"




Η ΜΟΥΣΑ ΣΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

Οι αλήθειες της χρυσή βροχή
φώτισαν τη νύχτα το παράθυρο
το πρωί βρήκε θρυμματισμένα τα γυαλιά
οι πρώτες ηλιαχτίδες κυνηγούσαν τις σκιές
στο μισογκρεμισμένο σπίτι

φορά το καπέλο της σηκώνει το βλέμμα
αγναντεύει με ένα χαμόγελο από ψηλά
αφουγκράζεται τα λόγια της πόλης
καλεί αναζητά εντέλλεται
έτοιμη να πάρει το δρόμο
για τα ποτάμια τα δάση τις θάλασσες
μέσα από κει να επιστρέψει

αστραπή καίει τον πόνο
γυρίζει αδιάκοπα η ρόδα τη ψυχής
αλέθει ελπίδα και φόβο

βαδίζει στις σελίδες έξω από τις σελίδες
όλα χωρούν μες στη γραφή
το σπίτι παίρνει σχήμα βαφτίζεται στα χρώματα
του πρωινού ονείρου

θα γυρίσει.




ΤΟ ΡΟΛΟΪ

Στο δωμάτιο του ονειρεμένου χρόνου
οι επιθυμίες έχουν γίνει μνήμες

τις νύχτες η μικρή ακροπατεί σκαλίζει τετράδια παλιά
φωτογραφίες λησμονημένα σημειώματα
κυνηγά τις σκιές αφουγκράζεται τους ήχους
φτιάχνει ήρωες επινοεί το πεπρωμένο τους
βάζει τρικλοποδιές στις αποφάσεις μου
διαβρώνει τα σχέδια της μέρας

αποσυνδέοντας τον χρόνο
με τους δικούς της δαίμονες
παίζουμε κρυφτό
απαιτεί να κινούμαι στο ρυθμό της
απεχθάνεται τις αλλαγές
τρέμει τη μεταμόρφωση
τα μεσημέρια κρύβει το ρολόι κι αναπαύεται
δεν ξέρει πώς να μεγαλώσει

σήμερα − της λέω −
θα φορέσω το λευκό μου φόρεμα
να περπατήσουμε στην πόλη
στους στεναγμούς τα γέλια των ανθρώπων
άδοξοι θεατές των ναυαγίων του ουρανού
στο φωτεινό διάδρομο του κήπου
να ψιθυρίσουμε τα μυστικά μας
με πίστη βαθιά στο ανεκπλήρωτο

μετά θα φύγω
ν’ αναζητήσω στα τρίστρατα
τη δική μου μοίρα

εσύ ξέρεις πού θα με βρεις.




Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΦΙΛΗ

Ένα τετράγωνο
κάδρο κενό
ένα ερωτηματικό
ένα ξυλάκι κανέλας
ένα κλειδί του χαμένου σπιτιού
από σκουριασμένο σίδερο
τα φυλαχτά της
ο τοίχος
στο χρώμα της γης
ασφαλές μητρικό σιωπηλό
όλα όσα συμβαίνουν εκεί είναι κόσμος
ό,τι ποθεί η ψυχή
και σχεδιάζει είναι κόσμος
η σιωπή της
να συντονιστεί με μιαν άλλη
από το ρήγμα κρινάκι της αρμύρας
ο λόγος

ένα τετράγωνο
ένα κλειδί
ένα ερωτηματικό στο λαιμό της κρεμασμένα
μενταγιόν μαγνήτης
προσανατολίζει το βλέμμα
να διασχίσει την απόσταση
μέχρι τον άγριο κήπο της καρδιάς της
πρόσωπο παιδιού
κορμί ανάλαφρο μίσχος που ισιώνει
να χαιρετήσει τον ήλιο
κάθε φορά σε άλλη πόλη
στα χνάρια του χρόνου κεντάει
φύλλα πλανόδια μαντείες του αιθέρα
σε κάθε τόπο πλάθεται και γεννιέται εξαρχής
καθρεφτίζει στο σώμα του
τα αντιφεγγίσματα της δικής της μεταμόρφωσης

την είδα στο λυκόφως
μιας καλοκαιρινής μέρας
η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς μου
μου χαμογελά
στο άδειο κάδρο.




Ο ΑΤΑΦΟΣ ΝΕΚΡΟΣ

Δέντρο μοναχικό
τα κλαδιά του ανοίγονται
σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα
πίσω του μια σειρά κυπαρίσσια
η γραμμή της ζωής

οι ρίζες μπλέκονται βαθιά στο χώμα
από τη ρίζα του ενός ανασαίνει θαρρείς το επόμενο
μόνο σε κείνο κάτι άλλαξε − ας υποθέσουμε −
μια μερική διακοπή της συνέχειας
όλα άλλωστε υπόθεση ερμηνείας είναι
όπως θα έλεγε
ο άταφος νεκρός του φθινοπώρου

κάπου εδώ τριγυρνά
ρίξε τα φύλλα σου και σκέπασέ τον
η ώρα της επιστροφής σήμανε
στη θαλπωρή της γης
οι άγραφοι στίχοι θα ελευθερωθούν
σε ανέγνωρο πεδίο
η συνέχεια του ταξιδιού

χοηφόρος εσύ την άνοιξη
απ’ τα κλαδιά σου οι νέοι καρποί
τα ποιήματα της καινούριας μέρας.




Από τη συλλογή «Η άγνωστη φίλη», εκδ. Γαβριηλίδης 2015
Επιλογή από την ενότητα: «Η άγνωστη φίλη (2012-2014)»