Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Μαρία Πολίτου, "Εφήμερη στην πένα του Θεού"




ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΑ

Καλό προσωπείο, σε δύσκολους καιρούς, ο μύθος.
                                                                                         Γιάννης Ρίτσος


Σύννεφα καπνού από σάρκα και αίμα
φτάνουν στο ουράνιο παλάτι.
Μαύρισε γύρω η πλάση.
Και οι πανάρχαιες κολόνες.
Ό,τι απέμεινε απ’ τον παλιό καιρό.
Το δοξασμένο.
Σάπισαν οι ρίζες τους απ’ των καιρών
το ανόσιο γλεντοκόπι.

«Σφάγια σε θεϊκό βωμό θα ’ναι το δίχως άλλο»,
με θλίψη συλλογιέται.
«Μα ποιον αθάνατο ζητούν να κατευνάσουν;
Δε χόρτασαν οι ολύμπιοι από ανθρωποθυσίες;»
«Ποιο μίασμα την πολιτεία λυμαίνεται»,
αναρωτιέσαι,
«και της σφαγής το διάταγμα
ποιος το αναλαμβάνει;»

Μα είναι τόσοι
οι τύραννοι στην πόλη.
Όπως κι αν το δεις τριγύρω σου
οι Κρέοντες
περισσεύουν.
«Κι οι Αντιγόνες»,
με ρωτάς,
«το δίκαιο δεν κρατήσαν;»

«Αυτές τα σφάγια»,
σου απαντώ.

Μες στο βωμό και τη φωτιά
των αργυρίων
χαθήκαν.

Κι οι Ιούδες
αμετάπειστοι
από τη φλόγα τρέφονται
και με τις στάχτες παίζουν.




ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΤΟΧΥΣΙΑ

                                                                                       Στον Κώστα Θ. Ριζάκη


Είναι κάτι ώρες που
το Φως,
χάρισμα θεϊκό και γενναιόδωρο,
την απεραντοσύνη του επιδεικτικά
κραυγάζει.
Βαθύ πηγάδι στου στέρνου μου το μέσο ξεφυτρώνει,
ατέρμονη ροή
φωτοχυσίας κι ουράνιας ηχούς.

Τα πράγματα γύρω μου αστραφτερές σκιές,
μεταμορφώσεις κι είδωλα
ασύλληπτου ονείρου.
Πρόσωπα. Δέντρα. Αέρινες μουσικές
θροΐσματα του ανέμου.
Όλα ενωμένα κι αξεδιάλυτα
σ’ ένα συμπαντικό κι ατέρμονο,
πρωτόγονο χορό.

Μια θάλασσα ακύμαντη φουσκώνει στα στήθη μου
σκεπάζοντας επιμελώς
τα τόσα ριζωμένα βράχια.

Γυμνή η Ομορφιά
αναδύεται
μέσα στο σκοτεινό όστρακο του Έρωτα
και με καλεί πορφύρα από λέξεις να της πλέξω.

Αναρριγώ από ευτυχία εφήμερη
κι αδράχνω με λαχτάρα στην παλάμη μου
την πένα του Θεού.





Από τη συλλογή «Εφήμερη στην πένα του Θεού», Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014