Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Κατερίνα Σημηντήρα, "δυτικά της Σαπφούς"




ημερολόγιο

Πώς να χωρέσουν σε ένα ποίημα
Ένας διακορευτής
Ένας αρκουδιάρης
Ένας μαχαιροποιός
Μια θηριωδία
Αγιάτρευτα τυφλά σημεία, η άβυσσος
Λογχισμένα όνειρα να κηλιδώνουν τον ύπνο
Το κρίμα που σπαράζει
κι η μάνα ετοιμοθάνατη να επιμένει
εξήντα χρόνια πως έφταιγα




οι πεταλούδες

Οι λύπες του γάμου χάλκινες
στρωμένες στα ανοιξιάτικα τραπέζια
Κρεμασμένες προικιά σε καινούργια ξυλεία
Πιστωμένα σε πλανόδιους πραματευτές
Δωρισμένες πεσκίρια στους ιδρωμένους σβέρκους των αντρών
Με βηματισμό αργό, κυκλικό στον ίδιο ασταμάτητο ρυθμό
Σφιχτοδεμένες κάτω απ’ τα μαύρα σουρωτά μεσοφόρια των γιαγιάδων
         που ’χασαν
πρόωρα τα κορίτσια τους από σκωληκοειδίτιδα και κοιμόνταν με τα μάτια
         ανοιχτά ως τον θάνατο
Μας πλήγωναν τα στενά παπούτσια του ευαγγελισμού
Ένας επίμονος βήχας
Η άκαμπτη αυστηρότητα της μάνας που κατείχε τέλεια την τέχνη της
         υφαντουργίας
Κι οι πεταλούδες σπαρταρούσαν καθημερινά
τσαλαπατημένες στις τσουκνίδες
έξω απ’ το παλιό παγοποιείο
δίχως να προκαλούν υποψίες




εις το επανιδείν

Ο πρακτικός νοσοκόμος πάντα στην ώρα του
Με τη χλαίνη τα ξεχαρβαλωμένα κουμπιά τις λασπωμένες μπότες
Τις έβγαζε στην πόρτα. Με τις τρύπιες κάλτσες του έμπαινε στο δωμάτιο
–Καλησπέρα σας
Η γριά χήρα διόρθωνε το μεσοφόρι της
Μετά καυτηρίαζε τη βελόνα με το τσακμάκι και με το λεπτό κεντρί του
προχωρούσε προς το μέρος μου σαν επιδέξιος χειρούργος
Υποσχόταν Δεν ήταν σίγουρος
Ένας σωρός ξηλωμένα κουμπιά μύριζαν καμφορά
Τα βουτούσαν μέσα στον καφέ
–Υγιαίνετε
Η γριά που πενθούσε ξεκαρδίζονταν
Στο τέλος υποκλινόταν ελαφρώς
–Εις το επανιδείν
Οι Άγιοι οι Πάντες όρθιοι όλη μέρα κρεμασμένοι στον τοίχο
κουράζονταν απ’ τα λόγια, τα παρακάλια, τις εντριβές τις πολλές ασπιρίνες
δρασκελούσαν κρυφά το βράδυ το προσκεφάλι μου και τραβούσαν μαζί με τον
νοσοκόμο για τα καφενεία




η μαργαρίτα

Η γειτονιά χλωμή μαραγκιασμένη
ανέβαινε την τσιμεντένια ανηφόρα
Μα είχε μια μαργαρίτα καρφωμένη στα μαλλιά
κι ανάσαινε
Μια μαργαρίτα ολόδροση στον πίσω τοίχο
για παρηγοριά
Οι δοσοληψίες στη λεωφόρο ήταν παράνομες
Τα παιδιά δεν μάθαιναν γράμματα στο σχολείο
Οι γριές καθάριζαν κάθε πρωί τα λαμπογιάλια
απ’ την κάπνα της βραδινής υποψίας

Ο κοντός με τη γάγγραινα στο πόδι που
ουρούσε καθημερινά στον πίσω τοίχο
αθωώθηκε




μέρες του ’50

Ο πάγκος του καφενείου παλιός
ξύλινος γδαρμένος
Όλο χαραμάδες
και πίσω του κατσαρίδες βολτάρανε
στα σπασμένα τσιμέντα

Ανύποπτη η γυναίκα
πάντα κολλάριζε στο σίδερο
τ’ άσπρο φορεματάκι του παιδιού
Ο καφετζής κερνούσε κόκκινα γλειφιτζούρια
κοκοράκια της μισής δραχμής

Το απόγευμα καθώς οι θαμώνες
ανέμελοι παράγγελναν καφέ
πίσω απ’ τον πάγκο
μια αρρωστημένη λαγνεία
σέρνονταν πάνω στα σπασμένα τσιμέντα
και εκσπερμάτωνε εκεί





Από τη συλλογή «δυτικά της Σαπφούς», εκδ. Μανδραγόρας 2015