Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Σημείωμα Ιουνίου 2015

                                           
Το κίτρινο, το άλλο κίτρινο και το γαλάζιο
                                                                  του Ιγνάτη Χουβαρδά

(φωτογραφία του Κωνσταντίνου Μάνου)


Καλοκαίρι της δεκαετίας του ’80, με δύο φίλους συμφοιτητές κατηφορίζουμε το ανάγλυφο της καρδιάς του ελλαδικού χώρου, με το όνειρο των βορείων για λίγες διακοπές στις Κυκλάδες, με το μύθο να σπαρταράει, τέρας άναρχο, που του κόβεις κεφάλια και βγάζει πολλαπλάσια: τα κοσμοπολίτικα νησιά, οι παραλίες, το μωσαϊκό των τουριστών. Η κίτρινη φύση από το παράθυρο του τρένου, η ακτογραμμή Πιερίας, τα Τέμπη, ο αχανής κάμπος της Θεσσαλίας, ποτιστικά ακούραστα στα χωράφια, σκοτεινά τούνελ στην κοιλιά των βουνών. Ρουφάμε το χυμό μιας χέρσας επιφάνειας γεμάτης αυλακώσεις, ένα κίτρινο μαζί με άφθονο πράσινο που λοξοκοιτάζει στη θάλασσα, μια διαδρομή κατηφορική, προεόρτια για το θαλασσινό ειδύλλιο των Κυκλάδων. Χαλβάς Φαρσάλων. Λαμία. Θήβα. Είσοδος στην πρωτεύουσα με αποθαρρυντικές εικόνες άναρχης δόμησης και ανέχειας, εικόνες παραπλανητικές μιας Αθήνας που κρύβει απίστευτη ενέργεια και αγεωγράφητη ομορφιά. Σταθμός Λαρίσης. Αττικός ουρανός. Διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο στην Ομόνοια, μοιραίο λάθος. Στο δωμάτιο μούχλα, βρωμιά, σκοτεινιά. Κατσαρίδες κάτω από το κρεβάτι, στο σιχαμερό μπάνιο. Ένας επίμονος ρόγχος από το διπλανό δωμάτιο. Κι από το δήθεν μπαλκόνι, μια θέα λερή, λεπρή, εμετική. Μια ράθυμη κίνηση από πεζούς που δίνει την αίσθηση ότι οδηγεί στη στείρα επανάληψη, στο απόλυτο κενό. Ένας νεαρός ναρκομανής που πηγαινοέρχεται γύρω από έναν νοερό κύκλο τρικλίζοντας, βυθισμένος σ έναν κόσμο παραισθήσεων. Ζέστη ακίνητη, άπνοια, μια μελαγχολία ορφανή, μια ροή δευτερολέπτων σαν τον ιστό της αράχνης που στήνει το εργόχειρο του θανάτου, της έλλειψης προσδοκίας, νοήματος, της μοιραίας αναμονής του επερχόμενου τέλους. Η μυθολογία των οίκων ανοχής της γύρω περιοχής, σαν κινηματογραφικό πλάνο στο μετεφηβικό φαντασιακό, μοιάζει ανίκανη να ερεθίσει κάποιο νεύρο, να αλλάξει τη διάθεση. Νύχτα ιδρωμένη, χωρίς ύπνο, να περάσει ο χρόνος, να σκοτωθεί, να φύγουμε, να πάρουμε το δρομολόγιο για Πειραιά.
Κι εκεί, χαράματα, στον υπόγειο ηλεκτρικό, εικόνες φαντάρων, καλοσιδερωμένα ρούχα πεζικού, ναυτικού, βλέμματα θολά, θαμπά, με την πρωινή πάχνη ανάμεικτη με τη θλίψη του εγκλωβισμού έξω από τον αληθινό χρόνο.
Και ξαφνικά η αντίστροφη μέτρηση: ανεβαίνουμε στον ηλεκτρικό, άφιξη στο λιμάνι, η θέα των επιβλητικών πλοίων, το βλέμμα που αδυνατεί να συλλάβει το πανόραμα του λιμανιού, η θάλασσα που υπόσχεται λουλούδια στον κήπο της, τα νησιά που ανοιγοκλείνουν το μάτι.
Το πλοίο που μας ταξιδεύει, το βαθύ μπλε της θάλασσας που εισχωρεί στην ψυχή και σιγοψιθυρίζει συλλαβές ενός υπέροχου μεσογειακού μυστικού. Όλα πλέον είναι διαφορετικά, τόσο έντονα, τόσο ελκυστικά, τόσο διάφανα στο μυστήριό τους, τόσο υπαινικτικά στο έγχρωμο παραμύθι που διασαλεύουν, τόσο υπέροχα μελωδικά, τόσο υπόγεια αισθησιακά. Το τοπίο εδώ είναι μια ολογραμματική ανάπλαση του εφηβικού κορμιού και παράλληλα μια αφήγηση της ψυχής από τα παιδικά χρόνια. Κι όσο κυλά το πλοίο, όσο διασχίζει το πέλαγος με ραβδώσεις αφρών στο βαθύ και πηχτό μπλε……..ο ουρανός και η θάλασσα μαζί, σε ένα σώμα, σε μια αντιστροφή ρόλων, κι εσύ να βαθαίνεις στο δικό σου μυστικό παράδεισο, κι εσύ ανίκανος να συλλαβίσεις το όνειρο, τρανταχτά απροετοίμαστος για να διαχειριστείς αυτή την ομορφιά……….κι ύστερα το νησί, η διαμονή, η κλιμακωτή αφήγηση γεμάτη προσκλήσεις σε πειρασμούς, γεμάτη ερωτήματα που οφείλεις να απαντήσεις και δεν μπορείς προς το παρόν, μια περιήγηση σε μονοπάτια πρωτόγνωρα και συνάμα τόσο γνώριμα, ένας ερωτισμός, μια σεξουαλικότητα, ένα βαθύ γαλανό βλέμμα που τρεμίζει αγγίζοντας το θαύμα. Αλήθεια αυτό το θαύμα ποιο είναι;
Δέσμιος αυτής της αίσθησης, με τα χρόνια να κυλάνε, μοιάζεις με εντολοδόχο μιας περίεργης αποστολής, να δώσεις απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν μια σπάνια φωτεινή αναλαμπή του χρόνου. Αναρωτιέμαι αν είναι έντιμο να μιλάω για την ομορφιά του ελληνικού καλοκαιριού, όταν αυτό μοιάζει με μια παρένθεση στη σκληρή καθημερινότητα του βίου, σε αυτή την ανελέητη και τυραννική εγκαθίδρυση μιας καθημερινότητας απωθητικής, ελεεινής, μακάβριας. Η πραγματικότητα της ζωής είναι η σκληρότητα, η σταδιακή συμφιλίωση με το θάνατο, η διάβρωση των ανθρώπινων σχέσεων, η σήψη, το άγχος, ο φόβος, το φάσμα της κυριολεξίας. Αν είσαι σωστός, πρέπει να μιλήσεις για τη μοναξιά, για τη λύπη, για την προδοσία, για τη φτώχεια, για την αρρώστια, για την έλλειψη νοήματος. Πρέπει να μιλήσεις γι αυτά. Αυτή είναι η αληθινή ζωή, το βιβλίο της ζωής είναι αυτό. Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι μια ελάχιστη παρένθεση, τίποτε άλλο. Βάζω το εκκρεμές να ισορροπήσει κι είναι μάταιος κόπος. Το πυώδες κίτρινο της ζωής επικρατεί αφοπλιστικά. Ξέρω πως αυτό που αναζητώ είναι μια ελάχιστη στιγμή. Είναι αυτή η γαλάζια στιγμή που σπανίζει, αυτό το μαγικό αερικό που ανοίγει τον ορίζοντα κι ας μοιάζει άπιαστο. Το υπαινικτικό λυκόφως των Κυκλάδων σαν πυγολαμπίδα φωτίζει το σκοτάδι μου. Κι όσο επιμένω στη λέξη θαύμα, στη λέξη μαγεία, στη λέξη κορίτσι –ξέρω πως αναζητώ αυτό που δεν είναι ο κανόνας αλλά εντούτοις είναι αυτό που μου δίνει ζωή.