Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Σταυρούλα Σκουτέρη-Σιώμου, "Στο γιο μου"


(P. Picasso, "Maternidad")


ΣΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ

Γιε μου εγώ που σ’ έπλασα με αίμα της ψυχής μου
Και σ’ έφερα στον κόσμο αυτό μες στο γλυκό Απρίλη
Ρόδα έστρωσα κι ανθούς εσύ να περπατήσεις
Και τ’ αηδονιού κελάηδισμα ήχο πρώτο ν’ ακούσεις

Εκοίταζα και θαύμαζα εσύ πώς μεγαλώνεις
Μ’ ένα κομμάτι της ψυχής που πήρες όταν ήρθες
Επόναγες και πόναγα έκλαιγες σπαρταρούσα
Έκανα ό, τι πιο καλό για σένανε μπορούσα

Δεν ξέρω πόσο δυνατά σημάδια σου έχω αφήσει
Σαν οι ευθύνες μ’ έπνιγαν χωρίς να βρίσκω λύση
Και πάνω σου εξέσπαγα χωρίς να καταλάβω
Πώς στην ψυχή μου φόρτωνα πόνο τόσο μεγάλο

Συγγνώμη αγόρι μου γλυκό συγγνώμη χάρισέ μου
Μέσα στα μάτια σου να δω έλα και λύτρωσέ με
Γιατί μονάχη δεν μπορώ αυτό να συγχωρήσω
Και την αδυναμία που δειξα εγώ να λησμονήσω.

Είσαι στολίδι ακριβό σ’ ολόκληρη την πλάση
Μια καρδερίνα ένας αετός κανείς να μην σε φτάσει.

Για εσένανε κατέβασα αγόρι μου τ’ αστέρια
Την κάμαρα το σπίτι σου όλο να το στολίσουν
Κι έφερα αέρινες ξανθιές και όμορφες νεράιδες
Χίλια τραγούδια να σου πουν να σε γλυκομιλήσουν

Και έκατσα νύχτες άγρυπνη τις μοίρες για ν’ ακούσω
Μην έρθουνε και μένανε στον ύπνο με πετύχουν
Και γράψουν μόνες κι άκαρδες της μοίρας σου το δρόμο.

Έκατσα και περίμενα στου φεγγαριού το φέγγος
Περίμενα περίμενα και όμως δεν τις είδα
Ήρθανε γιε μου γράψανε για σένανε τη μοίρα;

Αχ Θεέ μου τι να γράψανε χωρίς εγώ να ξέρω;

Η μια θα σου δωσε ομορφιά κι η άλλη καλή τύχη
Κι η Τρίτη η πιο όμορφη χρόνια πολλά να ζήσεις.

Αχ Θεέ μου τι να γράψανε χωρίς εγώ να ξέρω;

Γιε μου εσύ μη σκιάζεσαι τη μάνα σου όσο έχεις
Μπροστά εγώ θα περπατώ και πίσω εσύ θα τρέχεις
Εγώ θα σκίσω τα βουνά και δρόμο θα σ’ ανοίξω
Τη Σκύλα και τη Χάρυβδη μακριά σου θα κρατήσω

Και όταν άντρας θα γενείς και μάνα με φωνάξεις
Και η γερή παλάμη σου χαϊδέψει τα μαλλιά μου
Και πάρεις πια το δρόμο σου μονάχος να περάσεις
Απρίλη που σου δωσα ζωή ποτέ να μην ξεχάσεις

Και όταν στην κορυφή του ουράνιου τόξου θα σαι
Ηλιοβασίλεμα η ψυχή ν’ ακούει και να θυμάται
Το τσέλο σου και το βιολί και τη ζωντάνια που χες

Αχ Θεέ μου τι να γράψανε χωρίς εγώ να ξέρω;

Μοίρες κουφές μοίρες τυφλές το γιο μου σπλαχνιστείτε
Για δάκρυα πόνο κι αίματα σε μένανε να ’ρθείτε

Μόνη μου παίρνω εγώ του Καύκασου το δρόμο
Δίχως αλυσίδες και δεσμά τα στήθη μου τεντώνω
Και στείλτε εκεί τους κόρακες του κόσμου τα γεράκια
Το γιο μου μην πειράξουνε τα δυο μου τα παιδάκια.



                                                                Σταυρούλα Σκουτέρη-Σιώμου