Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Χρήστος Τουμανίδης, "Αστάθμητα"




ΔΕΝΤΡΑ

Τα δέντρα στο δάσος με το πράσινο φως
-τα άγρια δέντρα, οι φρουροί των καιρών-
δεν ξέρουν τα όπλα,
το αίμα,
   τη σιωπή-
Ξεφεύγουν.

Τα μοναχικά δέντρα των λόφων,
έρμαια των ανέμων,
πεθαίνουν ήρωες
κρατώντας την καρδιά τους χωρίς ουρανό.
Γεμάτη πουλιά −

Η σιωπή των ανθρώπων ποτέ δεν τα γνώρισε.

Τα δέντρα που τρέχουν
-τα δέντρα που στέκουν φρουροί των καιρών-
ζητούν τον ουρανό μας.




ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Φωνές, χειρονομίες ακυβέρνητες-
Και η νύχτα μεγάλωνε.

Πρόσωπα ρημαγμένα από την έγνοια.
Το ψωμί και το αύριο· ένα μαχαίρι.
Η ζωή!

«Τα παιδιά μεγαλώνουν στο φόβο».

Κάθε λιόγερμα, τα παράθυρα χαμηλώνουν.
Ψηλά η θάλασσα-
Κομμένα σκοινιά.
Τα μάτια αρνιούνται. Είναι η ώρα.
«Πάλι δε βλάστησε ο ρυθμός»

Ακριβές ώρες γλιστρούσαν
μεσ’ από δάχτυλα χαλαρά,
και από κινούμενες καρέκλες.
Κεχριμπαρένιες χάντρες έπεφταν
-το χτες και το αύριο-
Γίνονταν άστρα. Στεναγμοί.

«Η νύχτα έγειρε στη μία»




ΛΕΥΚΟΤΗΤΑ

Λευκό το χαρτί ανένδοτο.
Πώς να υψωθείς;
Κι αυτό το παράθυρο του απογεύματος!

Έξω είναι μια άλλη λευκότητα:
ο καπνός, το μπετόν κι οι τροχοί.

Το πρόσωπό μου,
στο πρόσωπό σου
σκοντάφτει.
Μαύρο το ρούχο στην ταράτσα.
Το μάρμαρο της σκάλας μαύρο.
Πιο μαύρη η άσφαλτος.

-Οι καμινάδες, ξέρεις,
μέσα μας αναπαύονται.
-Καληνύχτα.

Πώς να υψωθείς!

Έτσι μένουμε τα βράδια στο Αιγάλεω.
Χωρίς άλλοθι.
Με τη γέφυρα της ποίησης·
πεσμένη.






Από τη συλλογή «Αστάθμητα», 1978, όπως ανθολογούνται στο βιβλίο «Σαν κομπολόι Λιθαριάς» (Αθήνα, Καλοκαίρι 2010).