Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Μελισσάνθη, "Τρία ποιήματα"




ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Μέσα στο φως σου γίνομαι πουλί
και τραγουδώ όλη μέρα σαν το σπίνο.
Μιας πεταλούδας παίρνω τα φτερά
τα θεία και ολόασπρα σαν το νέο το κρίνο.

Σφαλώ τα βλέφαρα μου, εντός μου φως.
Τ’ ανοίγω· φως παντού, όλο φως τριγύρα·
και λέω: Ήλιε τι θάνατος λαμπρός
μες σε μια τέτοια, θεία φωτοπλημμύρα!




ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Απόψε είπα πως μ’ είχες πια κερδίσει,
που ρόδισαν οι πόθοι μου όλοι ανθοί.
«Μα πριν ή ο αλέκτωρ τρις φωνήσει»
Κύριέ μου, σε είχα πάλι απαρνηθεί.

Με κρυφοκαίνε ακόμα πάθη, μίση,
− δεν έχουν οι αμαρτίες μου πια σωθεί −
Της χάρης σου αν ανοίξει μόνο η βρύση
τότε κι η υδρία μου ίσως πληρωθεί.

Το τι μαρτύρησα απ’ τη νύχτα εκείνη,
που άδεια άφησα τη νυφική μας κλίνη
κι αρνήθηκα στα μάτια να σε δω!

Κοίταξε, αν δεν πιστεύεις, τις πληγές μου
δος μου το χέρι σου· να, εδώ, κι εδώ.
Λοιπόν, μ’ αναγνωρίζεις τώρα; πες μου;




ΤΟ ΕΞΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΣΑ

Αόριστα βλεπόταν στο γυαλί καθώς
το φως άναβε μιαν αντανάκλαση
μέσα στο τζάμι
κι άξαφνα, είχε μεταφερθεί μαζί με το πολύφωτο
και τα έπιπλα έξω στη βροχή
Έμπλεκαν τα μαλλιά της στα πυράκανθα
που τυραννούσε η θύελλα
κι έμεναν ανέπαφα
Άχνιζε το φλιτζάνι του τσαγιού
σκαρφαλωμένο στο κλαδί που λικνιζόταν
κι ισορροπούσε
Τα δέντρα είχαν ξετρελαθεί απ’ τον άνεμο
ενώ στα ράφια αραδιασμένα τα βιβλία
έδιναν την εικόνα
της τάξης και της θαλπωρής
μιας κάμαρας φανταστικής μεταφερμένης
στη νύχτα και το ρίγος της βροχής.




Από το δίτομο έργο «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΕΝΗ», εκδ. Ινστιτούτο Διαδόσεως Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα 1980.
Ανθολόγηση, σχόλια, σημειώσεις: Γαβριήλ Πεντζίκης.