Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Ζωή Καρέλλη, "Πέντε ποιήματα"





ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ολόλυζαν οι γυναίκες
πάνω στον τάφο, που έκλεισε,
ύστερα φύγαν με συνοδειά
τη λύπη και το θρήνο τους.

Έτσι αφήνουν μονάχο το νεκρό
και φεύγουν όλοι,
μονάχο στην απύθμενη
αγκάλη του θανάτου, ασυνήθιστον.

Κλείνεται στην πυκνή γη,
αποκλείεται ο νεκρός,
δεν τολμά να μας ακολουθεί
ούτε το ίνδαλμά του.

Πρέπει να μείνει εκεί,
ανάμεσα στους άλλους πέτρινους σταυρούς,
ανάμεσα στους ξένους νεκρούς,
τους ζωντανούς ν’ αφήσει

που βιάζονται να ζήσουν.





ΣΑΝ ΩΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΓΥΜΝΕΣ...

Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,
με την έκθαμβη προσφορά των.
με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν ωραίες,
πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,
τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.
                                  Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
                                  καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.





                      Από τα
             «ΥΠΑΡΚΤΙΚΑ»
                           IV

Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
που θα μπορούσα να πεθάνω.

Τόσο ζω που καταλαβαίνω
πόσο πεθαίνω.

Τόση είναι η ζωή μου
που με πεθαίνει.

Τόσο μπορώ να ζήσω
που μπορώ ν αδιαφορήσω αν ζω.

Τόσο ζητώ να ζήσω
που δεν αντέχω να ζω.




ΑΡΡΩΣΤΙΑ

Όλο τους πεθαμένους σκέφτομαι αυτές τις μέρες.
Πλούσια από θάνατο η μνήμη μου
τους φέρνει εμπρός μου ζωντανούς.
Μιλούνε ορισμένα απ τα λόγια τους:
«Ένα πουκάμισο χρώμα σαν το καΐσι».
«Να σε φιλήσω, γιατί πέθανα».
«Ζητούσα να σας δω και ήρθα».
Πρόσωπα, λόγια πολλά, που τα κρατώ
σαν ξένα, θέλω δικά μου να τα κάνω
και δεν μπορώ, γιατί δεν εννοώ
το θάνατο, αρνιέμαι να τον καταλάβω.

Όμως ούτε και τη ζωή, έτσι,
μπορώ ν’ αγγίζω, όπως θέλω
να την κρατήσω, που βλέπω τις κινήσεις
των ζωντανών, σα να ’ναι μες στη μνήμη μου
κι αυτές και δεν μπορώ να τις αγγίξω
ζωντανές. Τις χαίρομαι συχνά,
τις αγαπώ, τις βλέπω εκστατικά,
κι άξαφνα γίνονται σαν από πεθαμένους.




ΤΟ ΤΕΛΜΑ

Τ’ είν’ αυτός ο σάπιος καθρέφτης,
που βρήκα να κοιταχτώ μέσα;
Μυρίζει επώδυνα, νερά βρώμικα
της απέχθειας.
                               Λεκιάζεται
η γυμνότητα που έχω απ’ τη γλοιώδη
αντανάκλαση, αυτή απάνω μου κολλά.
Τ’ είναι αυτά τα πολλά που βλέπω
σημάδια; Ραγίσματα κολλημένα ανεπιτήδεια,
σπασμένα κομμάτια, διαφορετικά.
Τ’ είναι αυτά τα σκιώδη φτερά
που χρειάζεται να φορέσω,
αν πρέπει να φύγω;

Πότε χάλασε η διαφάνεια;
Να φύγω απ το τέλμα, να φύγω...
Όμως τα σκιώδη, μ’ εμποδίζουν,
της ψυχής μου φτερά.




Από το δίτομο έργο «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΕΝΗ», εκδ. Ινστιτούτο Διαδόσεως Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα 1980. Ανθολόγηση, σημειώσεις: Γαβριήλ Πεντζίκης.