Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Η θλίψις του προαστίου"





Τις Κυριακές το απόγευμα 

Τις Κυριακές το απόγευμα, οι πόρτες των πολυκατοικιών
μου θυμίζουν κάτι παλιά αρχοντικά μαυσωλεία
που τα ξέχασαν.
Αν τύχει και έχουν στην είσοδο και κανέναν κισσό
ή κανένα άλλο αναρριχώμενο, τότε πια είναι που είναι.

Εδώ κοιμήθηκαν οι φίλες μας, ανώνυμες και ξένες.

Δεν άντεξαν να διαλέξουν
ούτε και την τελευταία ευκαιρία που τους απόμενε:
να παραμείνουν συναισθηματικές.

Ανάβεις το φως. Σβήνεις το φως.

Θέλω να σε αγαπήσω όσο τίποτε άλλο.
Ανάβεις το φως. Σβήνεις το φως.
Μια γριά θρήσκα ταΐζει τα γατιά της στο φωταγωγό.
Παίζεις ανυποψίαστη. Μαλλιά μακριά, πόδια μακριά, γυμνά.

Παίρνει ο αγέρας το φουστάνι σου.





Υποταγή


                                                                  Στην Ολυμπία


Θα ’ρθω κοντά σου πάλι
σαν παιδί που το αγαπούν οι γυναίκες.

Είσαι το πλατύ ποτάμι.


Στην ερημιά σου να ’ρχονται το απόγευμα οι βοσκοί

να πλένουν τη φωνή τους.




Καθώς θα φεύγεις


Καθώς θα φεύγεις,

παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
κάνοντας μια κίνηση αόριστη
όπως όλοι όσοι φεύγουνε για πάντα, 
η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
− ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης 
ή σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα. 




Πηγάδι


                                                       Εκεί κάτω είναι σκοτεινά...

                                                       Γιάννης Κοντός, Το χρονόμετρο

Υπάρχει ένα πηγάδι μέσα στο σπίτι σου
που ώρες ατέλειωτες στα βάθη του με πνίγει.

Δεν θέλω πια να ξαναρθώ τα Σαββατόβραδα.


Ούτε τις Κυρακές. Δεν θέλω πια να ξαναρθώ.


Υπάρχει ένα πηγάδι μέσα στο σπίτι σου.


Κι εσύ, που με αγνοείς,

ξεχνάς να με ανασύρεις στην επιφάνεια πάλι.






Από τη συλλογή «Η θλίψις του προαστίου», α' έκδοση, Κέδρος 1976, όπως αυτή ανθολογείται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργος Μαρκόπουλος - Ποιήματα 1969-2010 (Επιλογή)», εκδ. Κέδρος 2014.