Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, "Επί πυγήν καθίσαι"




ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Στην άκρη ενός γκρεμού
Όπου οι χαράδρες γέλιο της αβύσσου
Κάνουν τραμπάλα ο θάνατος κι η Ρωμιοσύνη.

Κάθε του Χάρου ανέβασμα τραντάζεται η καρδιά μας.




Δ'

 ......................................................
Πριν απ’ τη φτέρνα να πατήσουν
Και το σημάδι γίνεται.
Πήρε βοριάς πήρε νοτιάς μα έμεινε το σημάδι.

Όμως ο δήμαρχος κι ο δημοκράτης
Ποια φορεσιά ποιο σχήμα θα ντυθούνε
Ξοπίσω όταν τους πάρει ο καιρός.
Α, θα ζηλέψουνε την τύχη του φιδιού
Με δίχως ίχνη που το βράχο αφήνει
Ενώ αυτοί σε λάσπη αστέγνωτη βουλιάζουν.




Ε'

Οι άλλοι αλλιώς τον κάτεχαν το θάνατο.
Όμοια με τους καψαλισμένους απ’ τον ήλιο
Που έχουν στον ώμο τους σκαρφαλωμένη τη μαϊμού
Προστάζοντας ανθρώπινες χειρονομίες:
«Πώς πάει ο γέρος στο χωράφι,
Πώς κλέβουνε σταφύλια τα παιδιά,
Πώς ονειρεύονται τη νύχτα τα κορίτσια...»

Εντός τους κατακαθιζάμενος σαν καφές
Που πιώθηκε κι έμεινε στο φλιτζάνι.




Ζ'

Τόπος με δίχως μιαν ελπίδα.

Διπλώνεται στο φως σαν το σκουλήκι
Την πέτρα υψώνοντας που τον πλακώνει
Για να φυλάξει λες της υγρασίας τα ίχνη.




Η'

Θαρρείς και των πελμάτων Του σημάδια
Ξέμειναν χίλια δυο νησιά.
Κι ακόμη που έφυγε θλιμμένος
Έτσι ασυνταίριαστα να στέκουν
Σαν από τρίκλισμα.

Κι η γης με σκέλη ανοιχτά
Θηρεύει αλάτι κόκαλα και αίμα.




Θ'

Μηδέ που ο λόγος φτάνοντας την πληρωμή να δώσει
Μόλις μία τρίχα απόσταση απ’ της σιωπής το σώμα.

 .........................................................
Τι να την κάνεις τη σιωπή
Με τι να τη φιλέψεις.
Οι ώρες άδειος σκελετός
Και σεργιανούν στους δρόμους
Κι όπου σταθούν κι όπου βρεθούν
Μιλούν για πεθαμένους.

Τις λέξεις ωστόσο ψηλαφώντας
Κι ο ποιητής κι ο που ποτές του δε στοχάστηκε
Φτάσαν κι οι δυο στης άβυσσος τα δώματα
Όπου τον πρώτο λόγο έχουν τα εκμαγεία.




ΙΑ'

                                 Και οι δίκαιοι κατά τη θεία γραφή πόσοι είναι;
                                                                                 Διονύσιος Σολωμός

Δίχως το νόμο δεν είναι αμαρτία.

Των που τους πήρε ο άνεμος
Ένα προς ένα τα λόγια αποστηθίζοντας
Πρώτα το νόμο φτιάξανε
Μετά την αμαρτία.

Μα από το νόμο πριν και μετά το νόμο
Είναι μία άλλη αμαρτία
Που αθέατοι θαρρούν οι δούλοι του αίματος
Πρώτα αφού κίνησαν τη φτέρνα τους στο κέρδος
Από του δίκαιου το σπίτι επιστρέφουν.




Από τη συλλογή «Επί πυγήν καθίσαι», (1972), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση, «ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. Αλεξάνδρεια 2004