Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Γκανέλης, "Δύο ποιήματα"




ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

Ο άνεμος νόμιζε πως ήταν ποιητής
Κάρφωνε λέξεις στον ορίζοντα
Και τις απάγγελλε με τρεμάμενη φωνή.
Κάποιες έπεφταν στις στέγες των σπιτιών
Και καμιά φορά στα κεφάλια των ενοίκων.
Όταν έσκυβαν να τις μαζέψουν
Εκείνες άρχιζαν να τρέχουν
Και ζητούσαν βοήθεια απ’ τους περαστικούς.
Τις έπαιρνε ένα παιδί και τις πήγαινε στη μαμά του
Αυτή τις καθάριζε κι έτρωγε το ψαχνό
Τα φλούδια τα πετούσε στον κήπο.
Την άλλη μέρα φύτρωνε ένα δέντρο
Που έφτανε μέχρι τον ουρανό.
Ο άνεμος που νόμιζε πως ήταν ποιητής
Έκοβε τα κλαδιά και τα κάρφωνε στον ορίζοντα.

Κι εγώ που νόμιζα πως ήμουν δέντρο
Άρχιζα να διαβάζω ποιήματα με τρεμάμενη φωνή
Και να σκορπώ τα φύλλα μου στον άνεμο.




ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Σήμερα έκοψα ένα καρπούζι στη μέση
Πέταξα τα σπόρια έξω απ’ το παράθυρο
Για να φυτρώσουν στρατιώτες στο δρόμο
Με το χυμό του έφτιαξα κόκκινες θάλασσες
Που ναυμαχούν όλοι οι ερωτευμένοι
Κάποιο πουλί με μεσαιωνική πανοπλία
Άρχισε να τσιμπολογά τις φλούδες.

Στο τέλος έμεινα με το μαχαίρι στο χέρι
Να το καρφώνω στην καρδιά του καύσωνα
Χωρίς νερό, σ’ ένα ακατοίκητο σπίτι
Ενώ ο δρόμος γέμισε από ηττημένους στρατιώτες
Η θάλασσα από νεκρούς εραστές
Κι η ζωή μου σαν πουλί αποδημητικό
Μετανάστευσε σε μεσαιωνική πόλη.

Ποιος το περίμενε πως με ένα καρπούζι
Θ’ αποκρυπτογραφούσα τον κόσμο;





O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.