Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ελπίδα"




Ελπίδα

Δεκαεφτά χρονών ήταν όταν ήρθε το ’39 από τη Γιάλτα. Πόντος, Ρωσία, Ελλάδα η πορεία της οικογένειας. Τρεις φορές πρόσφυγες. Παντρεύτηκε έναν χοντροκόκαλο ορεσίβιο. Η Ελπίδα λεπτή, αβρή, ευγενική. Κυρία. Έκανε τρία παιδιά. Τα δυο παντρεύτηκαν. Ο τρίτος έμεινε μαζί τους.
«Το αγόρι μου, είναι ευαίσθητο… από μικρό ακόμα», λέει η Ελπίδα.

Είκοσι χρόνια γείτονες. Στον δεύτερο όροφο εγώ, στον πρώτο η Ελπίδα. Ακριβώς από κάτω. Δυο γέροι κι ένας γιος μεσόκοπος σε καινούργιο σπίτι.
«Γιατί να πληρώνουμε ασανσέρ εμείς του πρώτου ορόφου;» αναρωτιόταν ο χοντροκόκαλος κάθε φορά που συναντιόμασταν στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Μια τoσηδά σταλίτσα και τον γονάτισε τον χοντροκόκαλο.
«Συνέχεια απειλεί να με χωρίσει, αυτή», συμπλήρωνε, δυο τρία χρόνια πριν πεθάνει.

Πέθανε κι απάλλαξε την Ελπίδα από τη βαριά σκιά του. Στην κηδεία του, είδα πρώτη και τελευταία φορά την Ελπίδα έξω από το σπίτι στα είκοσι χρόνια.
Ρίξαμε ο καθένας λίγο χώμα στον φρέσκο τάφο, ευχηθήκαμε «καλό Παράδεισο» και τηρώντας πιστά τη ρήση «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους» τραβήξαμε για το καφενείο του χωριού να πιούμε τον πικρό καφέ και να παρηγορηθούμε, αφήνοντας τον νεκρό στη μοναξιά του και στους φόβους του.
Έφεραν τους καφέδες, το κονιάκ, τα μπισκοτάκια. Μιλούσε με τους διπλανούς της η Ελπίδα, έδινε οδηγίες στον καφετζή, έδειχνε να ευχαριστιέται την έξοδό της. Έστω κι έτσι. Κάθε τόσο, περιέφερε το βλέμμα της και το εστίαζε για λίγο σε καθέναν από εμάς. Ήξερε ότι δεν θα μαζευόμασταν άλλη φορά και η ίδια να είναι το τιμώμενο πρόσωπο.

Τώρα κοντεύει τα ενενήντα. Σκέβρωσε. Δίπλωσε η μέση της προς τα μπρος. Κάθε μεσημέρι τον τελευταίο χρόνο, περιμένει αναμαλλιασμένη στο μπαλκόνι τον Γιαννάκη τον γιο της που πουλάει λαχεία.
«Γιαννάκη, πού είσαι Γιαννάκη; Πού είσαι αγόρι μου;» λέει και ξαναλέει με άρθρωση ώριμης ηθοποιού που υποδύεται τη Μήδεια στο σανίδι.
Κοντεύει τα εξήντα ο Γιαννάκης, αρσενική εκδοχή της Ελπίδας, αναιμικός, σχεδόν καχεκτικός, μονήρης, μα ευέλικτος, με γρήγορο βάδισμα, διανύει δυόμισι χιλιόμετρα το πρωί κι άλλα τόσα το μεσημέρι στην επιστροφή, δεν κυνηγάει τον πελάτη, ούτε του τρίβει στη μούρη το τυχερό λαχείο, αλλά σαν την αράχνη περιμένει, ο παίκτης με το πάθος του μόνος του να φανεί. Στήνεται πλάι στο ταμπλό με τα λαχεία, αξιοπρεπής και υπομονετικός, χειμώνα καλοκαίρι, σε μια γωνιά στο κέντρο της πόλης.
«Τη ζέστη την αντέχω, αλλά υποφέρω στο κρύο τόσες ώρες ακίνητος», απαντάει αδιαμαρτύρητα, όταν τον ρωτώ.
Όλος ο κόσμος της Ελπίδας ο Γιαννάκης.
Με βλέπει να ανεβαίνω προς την είσοδο της πολυκατοικίας.
«Πού πάτε κύριε;» με ρωτάει γεμάτη ευγένεια με την ολοκάθαρη φωνή της.
«Επάνω».
«Είδατε τον Γιαννάκη;»
«Όπου να ’ναι έρχεται», λέω, κι ας ξέρω ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα για να έρθει ο Γιαννάκης.
«Τι είπατε κύριε;»
«Έρχεται», φωνάζω δυνατά καθώς είναι περήφανη στα αυτιά.
«Να πάτε στο καλό! Γιαννάκη, πού είσαι Γιαννάκη; Πού είσαι αγόρι μου;» συνεχίζει να μονολογεί.
Την άλλη μέρα πάλι:
«Αγόρι;»
«Παρακαλώ».
«Τι εργαλείο είναι αυτό;»
«Ποιο;»
«Δεν θυμάμαι. Παρούσκι».
«Δεν ξέρω».
«Ντασφιντάνια».
«Μμμ.. ντασφιντάνια».
«Να τρώτε καλά... ό, τι θέλετε... Στο καλό να πάτε!»
Έρχεται κάποτε ο Γιαννάκης και τον ακούω που την καλεί να ανοίξει.
«Μαμά, μαμά, άνοιξε». φωνάζει έξω από την πόρτα της Ελπίδας της κουφής.
Πέντε δέκα λεπτά κάθε μεσημέρι η ίδια σκηνή. Η Ελπίδα βγαίνει στο μπαλκόνι νωρίτερα και τον αναζητά, κι ο Γιαννάκης έρχεται πάντα αργότερα, όταν αυτή έχει κουραστεί να περιμένει και μπαίνει στο σπίτι.
«Να παίρνεις τα κλειδιά μαζί σου… μπορεί κάποια μέρα να την βρεις πεθαμένη» του είπα κάποτε, μα αυτός χαμογέλασε μονάχα.

Τα απογεύματα, στο πίσω μπαλκόνι που είναι στο ίδιο ύψος με το έδαφος, η Ελπίδα διώχνει τις γάτες από τον ακάλυπτο:
«Στο διάολο να πάτε παλιόγατες».
Αυτές, όμως, έχουν αποθρασυνθεί εντελώς και σκαρφαλώνουν πάνω στο πλαστικό πλέγμα που έχουν βάλει οι διαχειριστές στα κάγκελα και ζητάνε και τα ρέστα. Νιαουρίζουν, όχι παρακαλετά για φαγητό, αλλά με απειλές. Της πήραν τον αέρα της Ελπίδας και δεν χαμπαρίζουν από τις ψεύτικες φοβέρες της.
Την ώρα που βραδιάζει, βγαίνει η Ελπίδα στο πίσω μπαλκόνι, κάνει πως σφουγγαρίζει τα πλακάκια, ή πως απλώνει τη μπουγάδα της στο σύρμα, μα την ακούω να τραγουδάει στα ρωσικά τη μια μετά την άλλη μπαλαλάικες με την καθαρή, ολοστρόγγυλη φωνή της, σαν να είναι η τελευταία αοιδός που απέμεινε από τη μεγάλη σχολή των Ρομανόφ.
Μου φαίνεται πως φαντάζεται τότε ότι γίνεται πριμαντόνα δεκαεφτά χρονών στην όπερα της Μόσχας, μπαλαρίνα στα Μπολσόι, κύκνος στις απέραντες λίμνες της Ρωσίας, τίγρη στις στέπες, σημύδα στο δάσος, θρόισμα ευκαλύπτου, λευκή αρκούδα της Σιβηρίας, μέλος της μεγάλης χορωδίας των Ρομανόφ με την κόκκινη στολή και τα λευκά γάντια (κοιτάει προσεκτικά τη μπαγκέτα του μαέστρου), ξαναγίνεται κορίτσι λίγο πριν φύγει από τη Γιάλτα, περπατάει με τις φιλενάδες της την Κυριακή στην προκυμαία, ακκίζεται με τα φλερτ των αγοριών, αλλά αδιαφορεί:
Έχουμε καιρό μπροστά μας… Αχ γιατί να μην πω το «ναι», σκέφτεται, σε εκείνον τον όμορφο ξανθό νέο; θα ήταν η ζωή μου αλλιώτικη, θα έμενα για πάντα στη Γιάλτα.
Κόβεται απότομα το τραγούδι της κι ακούω:
«Στο διάολο να πάτε παλιόγατες!»
Πιο πολύ, όμως, σαν κανάκεμα το ακούω, παρά σαν απειλή.
«Γιαννάκη, πού είσαι Γιαννάκη;»

Είκοσι χρόνια έχτιζε η Ελπίδα σιγά σιγά το κελί της. Πρώτα ήταν το πενιχρό εισόδημα. Κατόπιν μειώθηκε η ακοή της. Αποσύρθηκε από την αγορά, από τις διαθέσεις του χοντροκόκαλου, από κάθε συντροφιά. Μέρα τη μέρα βούλιαζε στο πηγάδι της ρουτίνας, μέχρι που την ρούφηξε ολόκληρη.
Ωστόσο, ποτέ δεν την άκουσα να βαρυγκωμάει, δεν την είδα να δυσανασχετεί. Απεναντίας, γαλήνη καλύπτει το πρόσωπό της. Η Γιάλτα την όπλισε για πάντα με εγκαρτέρηση, ευγένεια, χάρη, αρχοντιά και περηφάνια.
Μόνη έγνοια της ο Γιαννάκης. Για να μην του γίνει βάρος, μελετούσε από χρόνια τη δυνατότητα ενός ελεγχόμενου θανάτου. Σκεφτόταν στην αρχή να μπει στο δάσος, όταν έρθει εκείνη η ώρα και το αποφασίσει, και να περπατάει ασταμάτητα μέχρι να τη βρούνε τίποτα λύκοι, τσακάλια ή καμιά αρκούδα. Κι άλλοι τρόποι περνούσαν από το μυαλό της. Άφηναν όμως πίσω τους σημάδια. Και μπελάδες στο Γιαννάκη. Της είπαν ότι στην Ελβετία υπάρχει όμιλος που σου εξασφαλίζει έναν αξιοπρεπή θάνατο. Σου δίνουν ένα κοκτέιλ και τέλος. Όμως, θέλει λεφτά κι ένα σωρό χαρτιά. Το απέρριψε. Είναι αυτοκτονία. Δεν ήθελε να αφήσει πίσω της σκιές. Ώσπου βρήκε τον πιο πρόσφορο τρόπο για το τέλος. Προϋποθέτει, όμως, επίγνωση, και δύναμη. Γιατί έρχονται στιγμές που δεν ελέγχεις τίποτα. Όπως εκείνος ο γείτονάς της με το αλτσχάιμερ, που λύνει τη ζώνη του, κατεβάζει το παντελόνι, πετάει την πάνα που του φόρεσε η γριά του και κατουράει μες το σαλόνι.
«Τι κάνεις εκεί;» Του λέει εκείνη.
«Ποια είσαι εσύ;»
«Η γυναίκα σου».
«Δείξε τα χαρτιά σου».

Είκοσι μέρες έμεινε στο κρεβάτι η Ελπίδα. Όσες και οι μέρες της εκούσιας ασιτίας της. Πέθανε στωικά όπως και έζησε.
Ωστόσο, είναι φορές, την ώρα που βραδιάζει, στο πίσω μπαλκόνι, που ακούω την Ελπίδα να τραγουδάει στα ρωσικά τη μια μετά την άλλη μπαλαλάικες με την καθαρή, ολοστρόγγυλη φωνή της.


Γιώργος Ν. Σιώμος



Από τη συλλογή διηγημάτων «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παπά»,
εκδ. Γαβριηλίδης 2014