Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Emily Dickinson, "Δύο ποιήματα"




        Υπάρχει κάποιο πλάγιο φως μες στου χειμώνα
        τα δειλινά, που σε πιέζει σα ν’ ακούς
        νότες, που απόκοσμες βαραίνουν την ψυχή σου,
        ύμνων θλιμμένων σε ναούς καθεδρικούς.

        Κάτι ουράνιο και θείο σε πληγώνει
        που τα σημάδια του δεν βρίσκεις πουθενά,
        στ’ άδυτα μέσα της ψυχής σου κάτι αλλάζει,
        κάτι κρυφό που όλο βαθαίνει και πονά.

        Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να το διδάξει·
        είναι η σφραγίδα η πικρή που επιμένει,
        μια μεγαλόπρεπη βαθειά απελπισία
        σε περιζώνει από τον άνεμο σταλμένη

        που όταν έρχεται, σωπαίνει το τοπίο
        ούτε οι σκιές δεν ανασαίνουνε κοντά του,
        μα όταν φεύγει την απόσταση θυμίζει,
        την απομάκρυνση στην όψη του θανάτου.

        1861




        Τα Ηλύσια είναι τόσο μακρινά,
        όσο η κάμαρά σου η πιο γειτονική,
        όταν σ’ εκείνη κάποιος φίλος περιμένει
        μια Χάρη ή μια καταδίκη οριστική.

        Αχ πόσο σθένος κρύβει εκείνη η ψυχή
        που τόσο αψήφιστα προσμένει όσο λίγοι,
        τον ήχο κάποιου βήματος που σίμωσε,
        τον κτύπο κάποιας πόρτας που ανοίγει!

        1882




Από τη συλλογή «Έμιλυ Ντίκινσον - Ποιήματα»
Επιλογή - Μετάφραση: Αγγελική Σιδηρά. Εκδ. Ερμείας 1996