Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Διονύσης Καψάλης, "Μια υπόθεση ευδαιμονίας"




Προοίμιο

Μια νύχτα σαν αυτή με κάποιο τρόπο
αφάνταστο, θ’ ακούσεις τη φωνή μου,
που κοινωνούσε της διακαινησίμου
αγάπης μου γλυκόπικρο τον κόπο.

Και ίσως αγάπησες και μένα,
τη λυπημένη σάρκα της φωνής,
που σε αγάπησε όσο κανείς
και ξόδεψε τα ήδη ξοδεμένα

– και αναρίθμητα – από την αρχή.
Το ξέρω, δεν χωράει μαυσωλείο
εκεί όπου ακόμα κυριαρχεί

ο πόνος της σαρκός ούτε βιβλίο·
απόψε που είναι νύχτα και βροχή,
στης σάρκας σου τη μνήμη καταλύω.




18

Πώς θάμπωσε έτσι το γυαλί του κόσμου·
δεν ξεχωρίζω πρόσωπα σαν ίσκιοι
έγιναν όλοι κι όλα, και δεν βρίσκει
τα χνάρια του ο πρώτος εαυτός μου

(αν είναι κάπου ακόμα) να γυρίσει.
Εκείνος θα γνωρίζει αν σ’ εμένα
ανήκει τούτη η θλίψη ή σε κανένα·
όπως στη μαύρη νύχτα ακούς μια βρύση

να στάζει αργά ή έναν αμανέ
(τον αμανέ σαμπάχ της Εσκενάζυ)·
κι όπως σ’ εκείνο το έργο του Μανέ,

Bar aux Folies Bergere: δεν βλέπει εσένα
κι ας σε κοιτά μ’ αυτά τα λυπημένα
μάτια· κι ας είσαι εκείνος που σπαράζει.




γλυκιά η ζωή

Ο στίχος να ’ναι πιο απλός
και πιο βαθύς – σαν σιωπηλός,

εδώ που ο τόπος σου σε ξέρει·
γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι,

σαν από κίνημα χεριού
στην πόρτα του καλοκαιριού,

σαν από φόρεμα σε μια
στροφή χορού με γιασεμιά,

που πέφτουν και ριγούν οι κλώνοι
σε περιβόλι που αναρρώνει·

και να γυρνάς εδώ που γέρνει
χλωρό απόγευμα και φέρνει

δροσιά με λύπη και συμπόνια·
μα πως να πεις: εξήντα χρόνια;




Από τη συλλογή «Μια υπόθεση ευδαιμονίας» εκδ. Άγρα, Μάιος 2014