Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Βάιος Νικιώτης, "Όλες οι πορείες η πορεία"




Από εκλάμψεις η επιθυμία
με χέρι που ψευδίζει
ελεημοσύνες ύψους αφίσας.
Μόδα από πειρασμό παλιά,
που σπρώχνει σε καλή τιμή
μια ολοένα 
και πιο ριζική στέρηση
παράφωνα εαυτή
και γίνεσαι τόσο εύκολα
κτήνος, όσο εύκολα κάνεις
την αθώα περιστερά.
Να, έκανε ρίμα το ποίημα
και θίχτηκε η ρίμα,
όπως κάθε τι άσκησης
μες στον πυρετό
που χάνει το βήμα και μένεις
με την άσκηση στο χέρι
και γεννιέται μια φιγούρα
χωρικής μεταφοράς
που σε κοιτάει
με τα δικά σου μάτια
και ζεις, εν τέλει,
με μάτια εξακρίβωσης στοιχείων.




σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότων
σηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιά
και διασχίζουν κρεμαστάρια
με σφαχτά και χάνονται στα χρόνια,
φτάνουν στους γυρολόγους
της ιστορίας για να ψωνίσουν
από τον πάγκο φυλλάδια
για χαλάκι «καλωσήρθες» αυτής της πόλης.
Μυριάδες μορφές, οικοδεσπότες
με τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσης
του πραγματικού αψηφώντας
το κασκόλ τού βασάνου του.

Απ’ το μελανό σημείο
του ουρανού βρέχει μέλλον
στη τελευταία χούφτα τής γης
και τρέχει ένα σκυλί, κινείται γύρω της,
κάθεται στο πλάι
και με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο...




La pietà

Ένα ρόδο κάνει περιπάτους
ανάμεσα, εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος.

Ο καιρός περνά στης αναμονής
την αίθουσα και χαιρετιόμαστε
ακόμα άκοποι του ψαλμού·
κι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωμα
της χρονοπιέτας,
ο καθείς και τα όπλα του
στου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο.




φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύω
κρεμασμένος απ’ τα έγχορδα
που παίζουν ό,τι κονιορτοποιεί
του βέλους τη σκοπευτική γραμμή·
πολυχορικό με άρπισμα
και κιθάρες εικονογραφεί
το άχθος τοπίων που δηλώνει
το κράτημα από τα δέντρα,
καντέντσα το βιολοντσέλο
απ’ άλλο ύψος επί της αρμονίας
σπρώχνει το κοράκι
του νικημένου σώματος
στο κοινό τσουκάλι.
Πόσα ξέρεις φως του πρωινού...




του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγή,
με ρίζες που διψούν
κι ανασταίνουν φύλλα,
να τα χορταίνει αέρας
στο πιο ψηλό κλαδί.

Φορές πολλές
τον τύλιξε η πειθώ...
ο ήχος της,
που φανερώνει τραγούδι
αυτό που τραγουδά
όταν ο σπασμός στεριώνει,
σελίδες αποκάλυψης γυρνά·
και τραγουδούσε,
μέσα της ξανά
και πάλι και πως αλλιώς να κάνει,
εκείνος!... ο σπασμός,
που ’ξερε και τις πληγές
να τις χορταίνει ζάλη.


                  (από την ενότητα «πέντε σονέτα»)




Από τη συλλογή «Όλες οι πορείες η πορεία», εκδ. Ενδυμίων 2014