Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, "Ματαιωμένοι έρωτες"

Διηγήματα με ιδιότυπο ύφος και χαμηλότονη γραφή όπου ο έρωτας είναι μια απόλυτη αλλά καθόλου εξιδανικευμένη κατάσταση


Ιγνάτης Χουβαρδάς
Υπόκλιση στον πειρασμό
Εκδόσεις Οδός Πανός,
σελ. 125, τιμή 12 ευρώ


Σπανίως θα συναντήσουμε στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας τον έρωτα μόνο του, σαν ένα αυτοτελές μέγεθος, μακριά από τη θαλπωρή ή τις δαγκάνες της οικογένειας, σε απόσταση από τον κοινωνικό και τον ταξικό του περίγυρο, πέρα από τις συχνά βάναυσες, ακόμα και βάρβαρες περιπλοκές του. Στην καινούργια συλλογή διηγημάτων του Ιγνάτη Χουβαρδά, ενός αφανούς εργάτη των γραμμάτων με ιδιότυπο ύφος και χαμηλότονη γραφή, ο έρωτας θα ανέβει στο προσκήνιο χωρίς κανένα πρόσημο, εκπροσωπώντας το ύστατο απόσταγμα της ζωής: μια απόλυτη, ολοκληρωτική κατάσταση για την οποία δεν απαιτείται η παραμικρή μεσολάβηση. Κάτι τέτοιο πάντως δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας πάσχει από τάσεις εξιδανίκευσης ούτε πως τα γραπτά του κινούνται στην περιοχή του άδολου λυρισμού. Οι έρωτες, αντιθέτως, για τους οποίους θα κάνει λόγο ο Χουβαρδάς, συνεχίζοντας μια γραμμή χαραγμένη από πολύ νωρίς στην πεζογραφία του, είναι έρωτες ποικιλοτρόπως βασανισμένοι και ματαιωμένοι, ιστορίες που θα σημαδέψουν διά βίου την ψυχή και θα ταλαιπωρήσουν κατ’ επανάληψη το σώμα.

Πρωταγωνιστής στα διηγήματα του Χουβαρδά είναι ένα και μοναδικό πρόσωπο: ένας μοναχικός και απροσδιόριστης ηλικίας άντρας (θα μπορούσε να είναι μέχρι και μεσόκοπος) ο οποίος περιπλανιέται σε διάφορες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας για να αντιμετωπίσει σε κάθε νέα του περιπλάνηση το ίδιο φάσμα: έναν νεανικό γυναικείο πειρασμό, όπως σαφώς τον προαναγγέλλει και ο τίτλος του βιβλίου, ένα δροσερό, γεμάτο απροσποίητη ομορφιά και χάρη κορίτσι που θα κινητοποιήσει πάραυτα όλες του τις δυνάμεις, προκαλώντας έναν εκκωφαντικό συναγερμό. Κανένας και τίποτε δεν είναι σε θέση να συγκρατήσουν τον ήρωα-αφηγητή όταν έχει έρθει η ώρα να οιστρηλατηθεί από τη γυναικεία μούσα: οι επαγγελματικές και βιοτικές του έγνοιες θα κάνουν αμέσως φτερά, τα προβλήματα τα οποία οδήγησαν στην καταστροφή παλαιότερους έρωτες θα σβηστούν από τη μνήμη του χωρίς περιθώρια αναβολής και κάθε προηγούμενη κακοτοπιά θα σπεύσει να καταχωνιαστεί σε ένα οριστικά θαμμένο παρελθόν.

Ο έρωτας εν τούτοις, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, δεν θα ευδοκιμήσει και δεν θα θριαμβεύσει στο τέλος είτε επειδή ο ήρωας δεν θα διαγνώσει σωστά το ενδιαφέρον της άλλης πλευράς είτε γιατί, συνηθέστερα, δεν θα κατορθώσει να κατανοήσει ποιος είναι ο σωστός χρόνος συντονισμού μαζί της. Και αυτό το συνεχές contretemps, που θα στείλει περίπατο αγάπες και επιθυμίες και θα ανατρέψει αδίστακτα τις ευνοϊκότερες προοπτικές, χάρη στη φυσική ατολμία του πρωταγωνιστή να οργανώσει και να ιεραρχήσει έγκαιρα τους στόχους του ερωτικού του παιχνιδιού, θα έχει ως αποτέλεσμα μια μόνιμη αίσθηση περιθωριοποίησης και αποτυχίας, ακόμα κι αν ορισμένες φορές θα αποτελέσει πηγή μιας εκ των υστέρων ικανοποίησης.

Πώς ακριβώς όμως ανάβει η σπίθα του έρωτα στα διηγήματα του Χουβαρδά; Μα, πάντοτε μέσω της παρατήρησης ενός κατ' αρχάς εντελώς άγνωστου κοριτσιού. Στο στοιχείο της περιπλάνησης θα προστεθεί τώρα το βλέμμα: ένα βλέμμα που θα συλλάβει με εξαιρετική ακρίβεια τις λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου (από το χαμόγελο και την κοτσίδα των μαλλιών μέχρι τη σφριγηλή σάρκα της πλάτης ή τα άβαφα νύχια των ποδιών), ένα βλέμμα που θα αναζητήσει με αγωνία το νεύμα της αποδοχής και της συγκατάνευσης, ένα βλέμμα που θα ψάξει ακούραστα μέσα στα ξένα μάτια για ένα ελάχιστο έστω ίχνος θέρμης και οικειότητας. Είναι το βλέμμα που ξέρει πώς να ανακαλύψει πίσω από το αντικείμενο του πόθου του και έναν άλλο, κάποτε επιτακτικότερο πόθο: τον πόθο για ένα δεύτερο ή και τρίτο κορίτσι δίπλα στο πρώτο που άλλοτε θα απαλύνει τον πόνο της απόρριψης και άλλοτε θα μετονομάσει τον πόθο προκειμένου να χτίσει μια καινούργια αγάπη.

Όντας κατά κανόνα μια πικρή εμπειρία, ο έρωτας δεν θα χάσει ποτέ στα κομμάτια του Χουβαρδά το απελευθερωτικό σθένος και την αναγεννητική ορμή του. Κι αυτό επειδή θα γειωθεί στον ρεαλισμό της καθημερινότητας δίχως εκ παραλλήλου να αποβάλει ούτε για μια στιγμή τη ρομαντικά πεισματική επιμονή του.



ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 19/10/2014
Πηγή: http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=642562