Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Το σκεπάρνι"





Το σκεπάρνι

Παρατηρώ τους περαστικούς μέσα από το τζάμι της καφετέριας, τα αυτοκίνητα που διέρχονται, τα δέντρα που θροΐζουν στην Ελιά. Καταγίνομαι με άπειρες μελωδίες που έχω στο κεφάλι μου και ψάχνω να βρω τον ρυθμό τους, το μέτρο τους. Με βοηθάει να ακονίζω το μυαλό μου και συγχρόνως μαθαίνω χρήσιμα πράγματα για λεπτομέρειες του παραδοσιακού χορού, με τον οποίο ασχολούμαι τώρα τελευταία. Συχνά βαριέμαι αφόρητα και αναρωτιέμαι γιατί έρχομαι και επιθυμώ μάλιστα να πίνω μόνος τον καφέ μου.
Βρέθηκα ένα βράδυ, στο όνειρό μου, στην αυλή του σπιτιού μας, στον τόπο που γεννήθηκα, σε περιβόλι με ανθισμένες αμυγδαλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, κορομηλιές και μια κληματαριά. Καθόμουν κάτω από μια διχαλωτή αμυγδαλιά σκεφτικός. Τι θα κάνω τώρα που θα βγω στη σύνταξη; Γύρω μου πετούσανε πουλιά. Δυο σπουργίτια ερωτοτροπούσαν λίγο πάνω από το κεφάλι μου, φτερούγιζαν στον αέρα, ένωναν τα ράμφη τους, πετούσαν ψηλά, βουτούσαν χαμηλά κι όπως τα παρατηρούσα, α, να τι θα κάνω» σκέφτηκα, τέσσερις με έξι θα χαζεύω τα πουλιά.
Έκανα περιπάτους τα απογεύματα στο άλσος, ως την άκρη του νοσοκομείου. Σταματούσα για μια ανάσα, κι έβλεπα, τον κάμπο κάτω, μια θάλασσα από άνθη, ροζ ροδακινιάς την άνοιξη ή καπνούς στον ουρανό, από κλαδιά που καίνε οι γεωργοί στα τέλη του φθινοπώρου. Πίσω μου το νοσοκομείο με τους ανήμπορους. Μακάριζα τον εαυτό μου που δεν έμεινα ούτε μια νύχτα εκεί μέσα, ολόκληρη ζωή.
Ένα απόγευμα που βάδιζα κάτω από τα πεύκα κι έτριζαν οι πευκοβελόνες: «τι κοιτάς εκεί ψηλά;» με ρώτησε ένας γείτονάς μου, οικοδόμος, που βγήκε κι αυτός για αναψυχή.
«Κελαηδάει ένας κότσυφας στην κορυφή του πεύκου», είπα, «και θέλω να τον δω».
«Ε και τι θα γίνει άμα τον δεις;»
Τόσο αναπάντεχη μου φάνηκε η απορία του, που – σαν το χέρι όταν σπρώχνει τον τροχό που κόλλησε στη λάσπη – ξεκάρφωσε με το σκεπάρνι του μια λέξη που έψαχνα και τέλειωσα ετούτο εδώ το μαύρο ποίημα που κρέμονταν σακάτικο για μέρες:

Με διαπέρασαν
αλλεπάλληλες στρώσεις φωτός
μα δεν μπόρεσαν να με βρουν
στην κρύπτη βαθιά που ήμουν χωμένος

Τυλίχτηκα τις αράχνες μου
και σβούρα γυρίζω
στα σκοτεινά του εαυτού



Γιώργος Ν. Σιώμος



Από τη συλλογή διηγημάτων «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παπά», εκδ. Γαβριηλίδης 2014.