Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Γιώργος Γκανέλης, "Χρεοκοπία ιδεών"




                             ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Είμαστε η νύχτα
τα γλιστερά σκαλοπάτια του χρόνου
το τελευταίο τσιγάρο που έσβησε
στο άγγιγμα της βροχής·
η χειραψία του αποχωρισμού
το βαρύ πάπλωμα του χειμώνα
μέσα σε παγερά δωμάτια
η μέρα που ξημέρωσε μ’ ένα αναίτιο κλάμα.

Είμαστε ένας πλανόδιος οργανοπαίκτης
σε αποβάθρες και σταθμούς
πειραματόζωα πολυεθνικών εταιρειών
αγάλματα στα πάρκα αποκεφαλισμένα·
το απότοκο μιας μοναχικής περιπλάνησης
κάτω από ψεκασμένο ουρανό
ο ανήσυχος έφηβος μιας επαρχιακής πόλης
που ονειρεύεται να σπουδάσει στην Αθήνα
οι διαφημίσεις στην εθνική οδό
οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν στο δρόμο.

Είσαι πατρίδα μητριά που διώχνει τα παιδιά της
σκοτώνει τα όνειρα και τα πουλά.




                             ΤΑ ΔΙΟΔΙΑ

                                               Στη μνήμη του Άλκη Αλκαίου

Έφυγες νωρίς.
Άφησες πίσω σου νυχτέρια και μιαν αδιαφορία
να φυσάει στις ζωές των ανθρώπων.
Οι στίχοι σου βαπόρια με κιφ μαροκινό
οι λέξεις σου καρφιά στον ουρανό την ώρα που χαράζει.
Πόσα Χριστούγεννα σ’ ένα άδειο δωμάτιο
κοιτώντας το ταβάνι να μαδάει σαν χιόνι
πόσες γιορτές σε μια καρέκλα γράφοντας ποιήματα
με γυμνή ψυχή και απροστάτευτη μνήμη.

Έφυγες μ’ ένα αξόδευτο φορτίο ερημιάς
και με το κακόηθες μελάνωμα του χρόνου.
Σ’ ένα εμπάργκο σε συνάντησα
σε μια γουλιά θανάτου σε αφήνω.
Τα διόδια δεν ήταν για την Ελένη…

                                                                          10-12-12




                             ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που κρύβονται στο σώμα τους
βγάζουν ένα σακούλι δάκρυα απ’ τα σπλάχνα τους
και τα χαρίζουν αφειδώς στους θλιμμένους.
Ακροβατούν στην αερογέφυρα της ψυχής τους
τις μεταμεσονύχτιες ώρες, όταν το φως της κάμαρας
τρυπάει απ’ τους κραδασμούς του πόνου.
Ζούνε σ’ ένα τεχνητό σκοτάδι, εκούσια επιλεγμένο
με ασπρόμαυρες φωτογραφίες για ενθύμια
και μνήμες που έβγαλαν ρίζες απ’ την πολυχρησία.
Παίζουν σκάκι με αντίπαλο κάποια σκιά
και φορώντας ένα γκρι ουρανό για κεφάλι
κάνουν σκέψεις για την ένταση της επόμενης βροχής.
Μιλούν με τον αντίλαλο των κυττάρων τους
και περιφέρονται σαν ζητιάνοι με σκισμένα ρούχα
έξω απ’ το μέγαρο συνεδριάσεων της ζωής τους.
Έχουν εξομαλύνει τη σχέση τους με το χρόνο
και περιμένουν ένα τυχαίο γεγονός
που θα τους απαλλάξει απ’ την παρουσία του.

Κι όταν ωραίοι και μόνοι θα εγκαταλείπουν τον κόσμο
μπαίνοντας σ’ ένα άλλο σώμα, αιώνιο και άφθαρτο
όλοι οι θλιμμένοι της γης θα χειροκροτούν
γιατί ξέρουν καλά τι σημαίνει το πέρασμα αυτό.




Από τη συλλογή «Χρεοκοπία ιδεών», Στοχαστής 2014 

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.