Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Ένα χέλι που γλιστρά και φεύγει"




Μια νύχτα του Μαρτίου, μια παγωμένη νύχτα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, συνέβη κάτι ιδιαίτερο. Είχα φύγει από το σπίτι ενός στενού φίλου και πήρα το αστικό λεωφορείο για το σπίτι μου. Στην επόμενη στάση από εκείνη όπου ανέβηκα, εμφανίστηκε στο λεωφορείο μια χαριτωμένη καστανή κοπέλα. Ήμουν όρθιος κι εκείνα τα δευτερόλεπτα που μεσολαβούσαν μέχρι να με προσπεράσει, με κοίταζε πολύ έντονα, σα να ανακάλυπτε μπροστά της μια έκπληξη, έναν πειρασμό. Τέτοιο επιθετικό βλέμμα, διάφανο και απροσποίητο, κοριτσίστικο και γυναικείο μαζί, δε μου είχε ξανατύχει.
Στη στάση μου δεν κατέβηκα. Τόχα πάρει απόφαση να την παρακολουθήσω. Την ακολούθησα στη στάση που κατέβηκε. Περπατούσα γρήγορα αντικρύζοντας την πλάτη της. Μπήκε σε ένα τοστάδικο και την περίμενα έξω από το μαγαζί. Κι όταν βγήκε, συνέχισα πάλι να την ακολουθώ. Κι είχε στρίψει σ’ ένα σωρό σκοτεινά περάσματα, χωρίς να δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι την παρακολουθώ. Εκείνο που επιδίωκα ήταν να μάθω την κατοικία της. Ήρθε όμως μια στιγμή που είχαμε μπλεχτεί σε πολύ ερημικούς δρόμους και τότε φοβήθηκα μήπως τρομάξει, όταν καταλάβει ότι σέρνομαι πίσω από τα βήματά της. Φοβήθηκα και σταμάτησα. Κι έμεινα μόνος να περιπλανιέμαι στα σκοτεινά δρομάκια και να αναλογίζομαι πως έχασα ένα όνειρο, γιατί είχα δειλιάσει την τελευταία στιγμή. Αναρωτιόμουν αν θα την ξανάβλεπα ποτέ μου κι όσο περπατούσα, άρχιζα να συνειδητοποιώ πως τα πάντα είχαν χαθεί. Γιατί εδώ ήταν μια μεγάλη πόλη, δεν ήταν ένα χωριό ή ίσως μια επαρχιακή πόλη για να βλέπεις συνέχεια τα πρόσωπα που θέλεις. Έκανε παγωνιά και με τα πόδια σύρθηκα μέχρι το σπίτι μου. Μια συγκίνηση είχε χαθεί την ώρα που αναδυόταν στην ατμόσφαιρα.
Χρειάστηκε να περάσουν τρεις εβδομάδες περίπου, όταν ξαναβρήκα αναπάντεχα το χαμένο νήμα εκείνης της συγκίνησης. Βρισκόμουν πάλι στο λεωφορείο, έχοντας αποχαιρετήσει τον ίδιο φίλο, όπως και την προηγούμενη φορά. Μάλιστα το λεωφορείο το είχα πάρει από την ίδια στάση και μια στάση παρακάτω ανέβηκε το κορίτσι εκείνο που με είχε αναστατώσει πριν λίγο καιρό.
Με το που με είδε ταράχτηκε, όπως ταράχτηκα κι εγώ. Τώρα το δικό μου βλέμμα ήταν εκείνο που επιδίωκε ν’ ανεβάσει την ένταση της στιγμής, ενώ το κορίτσι, κατακόκκινο, προσπαθούσε άλλοτε ν’ αποφεύγει τη ματιά μου κι άλλοτε καρφωνόταν πάνω μου. Την ακολούθησα πάλι, όπως και την προηγούμενη φορά. Κι η πορεία ήταν η ίδια. Μόνο που τώρα δεν είχε κάνει στάση στο τοστάδικο. Σταμάτησα την παρακολούθηση περίπου στο ίδιο σημείο με την προηγούμενη φορά. Αλλά τώρα δεν είχα το άγχος ότι δε θα την ξαναδώ. Ένας συνειρμός σκέψεων στο μυαλό μου μ’ έκανε να αισθάνομαι σιγουριά και ασφάλεια. Είχα καταλάβει δηλαδή ότι το κορίτσι το είχα δει περίπου την ίδια ώρα να ανεβαίνει στο λεωφορείο και μάλιστα από την ίδια στάση και να κάνει ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο. Τώρα ήμουν σίγουρος ότι το κορίτσι θα το ξανάβλεπα κι έδινα περιθώρια στον εαυτό μου για να το πλησιάσω.
Από εκείνη τη νύχτα ξεκίνησε ένα επίμονο φλερτ. Σχεδόν κάθε νύχτα στεκόμουν στη στάση του λεωφορείου την ίδια ώρα και περίμενα να ξεπροβάλλει. Ανέβαινε στο λεωφορείο και την ακολουθούσα. Και στη στάση που κατέβαινε, κατέβαινα κι εγώ. Έπειτα την ακολουθούσα ως ένα σημείο στα σκοτεινά δρομάκια και την άφηνα. Φυσικά το κορίτσι από ένα σημείο και μετά το είχε καταλάβει ότι τίποτα δε γινόταν τυχαία, ότι είχα γίνει η σκιά του.
Είχαν περάσει δύο βδομάδες με αυτό τον τρόπο, μέχρι που κατάλαβα ότι έπρεπε να την πλησιάσω και να της μιλήσω. Ένα βράδυ κάθησα κι έγραψα ένα γράμμα, με σκοπό να της το δώσω στο χέρι κι έπειτα να εξαφανιστώ από μπροστά της. Στο γράμμα περιέγραφα τον τρόπο που άρχισα να την παρακολουθώ και τη συγκίνηση που ένιωθα από τη θωριά της.
Όταν ήρθε η ώρα του μυστικού ραντεβού, 11.30 με 11.40 περίπου πριν τα μεσάνυχτα, βρισκόμουν στη θέση μου, με σκοπό να κάνω την αποφασιστική κίνηση. Εμφανίστηκε και μόλις με είδε κατακοκκίνησε. Κάθε βράδυ την έβλεπα την κοπέλα πιο τρομαγμένη, όσο ένιωθε ότι το παιχνίδι χοντραίνει. Μόλις κατέβηκε από το λεωφορείο, κατέβηκα από πίσω της αποφασισμένος να την πλησιάσω. Προχωρούσε όμως γρήγορα. Σε μια στιγμή την έφτασα αλλά δίστασα, γιατί εκείνη την ώρα περνούσε κόσμος από το σοκάκι. Ξαναεπιχείρησα να την πλησιάσω αλλά καταλάβαινα ότι όσο άκουγε ότι τα βήματά μου πλησιάζουν, τόσο επιτάχυνε το βήμα της. Φοβήθηκα την ταραχή της. Φοβήθηκα μήπως τρομάξει αν την σταματήσω ξαφνικά. Φοβήθηκα την πιθανή αντίδρασή της που ίσως να είναι τελείως διαφορετική από αυτή που περιμένω. Δίστασα. Και σταμάτησα το γρήγορο βηματισμό. Την άφησα να προχωρήσει μπροστά κι εγκατέλειψα. Ήταν και το γεγονός ότι το σοκάκι ήταν σκοτεινό κι έρημο, ότι η ώρα ήταν περασμένη. Αν ήταν μέρα, ίσως η ψυχολογία και η δική μου και η δική της να ήταν διαφορετική. Είχα πεισμώσει όμως. Ένιωθα καλά ότι η κατάσταση δε σήκωνε άλλες αναβολές.
Την επόμενη νύχτα πάλι το ίδιο σκηνικό. Να την περιμένω στη στάση κι εκείνη να εμφανίζεται. Την πλησίασα σε απόσταση αναπνοής. Της μίλησα. Στην αρχή ένα «γεια σου» και μόλις είδα ότι χαμογέλασε, άρχισα να της εξομολογούμαι πόσο πολύ μου αρέσει, της επαναλάμβανα περίπου αυτά που αράδιαζα στο γράμμα, την έβλεπα να με δέχεται ευνοϊκά, να μου χαμογελάει περισσότερο όσο κι εγώ γινόμουν πιο εξομολογητικός, της είπα λεπτομέρειες για μένα που πιθανόν να την ενδιέφεραν, εκείνη ρωτούσε τ’ όνομά μου, το μέρος που μένω, χαμογελούσε, ρώτησα το όνομά της, την έλεγαν Μάγδα, η γλώσσα μου έρεε μέχρι που ήρθε το λεωφορείο και με αποχαιρέτησε. Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε ν’ ανέβω στο λεωφορείο. Ο σκοπός μου είχε εκπληρωθεί. Η γνωριμία είχε γίνει.
Πήρα πάλι μόνος τους δρόμους. Ακτίνες χαράς ανάβλυζαν από τα μάτια μου. Φλέβες που χτυπούσαν στους ρυθμούς του θεού Διονύσου. Έλαμπα ολόκληρος από αγαλλίαση. Δεν περίμενα μια τόσο ευνοϊκή εξέλιξη. Είχα μια επιθυμία να περπατήσω όλους τους δρόμους και τις γειτονιές της εφηβείας και της πρώτης νεότητας. Ήθελα να συγχωρήσω τα πάντα. Να διασκεδάσω όλη τη μοναξιά και τη μελαγχολία περασμένων ετών. Να συγχωρήσω όλα τα πρόσωπα του παρελθόντος που με στεναχώρησαν. Τριγυρνούσα έξω από γνώριμα στέκια άλλων εποχών της ζωής μου, από τοποθεσίες συνδυασμένες με παλιά γεγονότα, από σπίτια όπου κατοικούν ή κατοικούσαν παλιές αγάπες και παλιοί γνώριμοι. Αυτή τη νύχτα ήθελα να τα συγχωρήσω όλα. Να πω παιδιά ξεχάστε τα όλα, εγώ ήδη τα συγχωρώ όλα, δεν έχω καμιά κακία μέσα μου, θέλω να σας αγκαλιάσω και να σας φιλήσω όλους.
Από όποια εκκλησία περνούσα, πήγαινα κι άναβα κερί.
Ήμουν χαρούμενος εκείνο το βράδυ κι ήθελα να γευτώ την κάθε λεπτομέρεια αυτής της χαράς και με κάθε τρόπο. Ίσως ποτέ άλλοτε να μην είχα νιώσει τέτοια ανάταση. Αυτή τη νύχτα δεν ήθελα να κοιμηθώ. Ήθελα να περπατώ με τις ώρες και να σκέφτομαι τη Μάγδα, ν’ αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να μου φερθεί τόσο άψογα.
Την άλλη νύχτα δεν εμφανίστηκα στον τόπο του ραντεβού. Πάλεψα μέσα μου και δεν πήγα. Δεν ήθελα να φανώ ότι εκμεταλλεύομαι την καλή της διάθεση. Δεν ήθελα να φαίνομαι στερημένος. Ίσως και γιατί επιθυμούσα να προεκτείνω όσο γίνεται περισσότερο αυτή την περίοδο αγαλλίασης που είχε φωλιάσει μέσα μου. Μέσα σ’ αυτό το παραλήρημα ευδαιμονίας που με είχε συνεπάρει, για πρώτη φορά ένιωθα να ξεπερνώ το φάντασμα της Βίκυς. Μου φαινόταν η Βίκυ σα μια περασμένη γελοία ιστορία όπου είχα πέσει θύμα εξαιτίας της αδυναμίας μου, μου φαίνονταν εκείνες οι επισκέψεις στην πόλη της σαν ένας παλιός εφιάλτης που δεν πρόκειται να ξαναεπαναληφθεί. Επιτέλους έβλεπα τη Βίκυ στις σωστές της διαστάσεις, ένα κορίτσι που είχα γνωρίσει το περασμένο καλοκαίρι σε ένα θέρετρο, που την καλή του διάθεση την παρερμήνευσα. Επισκεπτόμουν το χειμώνα την πόλη της και την πίεζα σε λάθος χρόνο, ζητούσα πράγματα που τουλάχιστον αυτή την εποχή δε θα μπορούσε να προσφέρει. Κι ήταν ξεκάθαρο, η Βίκυ δεν ήταν ερωτευμένη μαζί μου, μια πινελιά ήμουν στα μάτια της, μια γκριμάτσα, μια θολή εικόνα που άλλοτε της ήταν ευχάριστη κι άλλοτε ενοχλητική.
Εμφανίστηκα στον τόπο του άτυπου ραντεβού με τη Μάγδα τη μεθεπόμενη νύχτα από τη γνωριμία. Την είδα να ξεπροβάλλει στη στάση αλλά, αναπάντεχα, κάθησε σε μια γωνία χωρίς να με πλησιάσει. Αναγκάστηκα να πάω εγώ στο δικό της μέρος. Τη ρώτησα γιατί με απέφυγε. Η απάντησή της ήταν ότι δε με είδε. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα η ατμόσφαιρα φαινόταν πιο ψυχρή από την πρώτη γνωριμία. Της ζήτησα την άδεια να τη συνοδεύσω μέχρι το σπίτι της. Και πάλι η απάντησή της δεν ήταν ενθουσιώδης. Δέχτηκε αλλά πρόσθεσε ότι δεν είναι και τόσο απαραίτητο γι’ αυτήν να έχει συνοδεία.
Όταν ανεβήκαμε στο λεωφορείο, της είπα περισσότερες πληροφορίες για τον εαυτό μου κι έπειτα τη ρώτησα ποιος είναι ο λόγος που παίρνει το λεωφορείο κάθε μέρα την ίδια ώρα από την ίδια στάση. «Πηγαίνεις σε κανένα φροντιστήριο;» -ρώτησα. Εκεί έδειξε να αιφνιδιάζεται. «Όχι, είπε.». Ύστερα από κάποια λεπτά τη ρώτησα αν έχει κάποιο δεσμό. Και τότε μου αποκάλυψε πως έχει δεσμό, πως όταν με βλέπει στη στάση είναι γιατί βγαίνει από το σπίτι του φίλου της, πως φεύγει περίπου την ίδια ώρα από εκεί γιατί δεν της επιτρέπουν οι γονείς της να ξενυχτάει πιο πολύ, πως δε μου λέει ψέματα για να μ’ αποφύγει αλλά γιατί έτσι είναι η αλήθεια. Από το σημείο αυτό και μετά, όσες κουβέντες έλεγα τις έλεγα για να μην υπάρχει σιωπή. Είχα χάσει κάθε διάθεση. Η απογοήτευση δεν κρυβόταν. Είχα μαραθεί τελείως. Τη συνόδευσα μέχρι ένα σημείο του δρόμου κι έπειτα την αποχαιρέτησα.
Ξαναπήρα τους δρόμους. Δεν τολμούσα να κάνω σύγκριση ανάμεσα στον τρόπο που περπατούσα πριν δύο βραδιές και στον τρόπο που περπατάω τώρα. Ένα ερώτημα πλανιόταν μέσα μου. Πώς ήταν δυνατόν να παραπλανηθώ τόσο πολύ από εκείνο το πρώτο βλέμμα της; Έφερνα πάλι στο νου μου εκείνες τις πρώτες εικόνες της κοπέλας στο λεωφορείο και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη. Από τις επόμενες μέρες άρχισα να ξανασκέφτομαι τη Βίκυ, ίσως γιατί έπρεπε κάτι να σκέφτομαι.



Από τη συλλογή διηγημάτων «Υπόκλιση στον πειρασμό», Οδός Πανός 2014
(Φωτογραφία εξωφύλλου: Harriet Andersson, in Ingmar Bergman's Summer with Monica, 1953)