Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Σημείωμα Οκτωβρίου 2014




Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Στο σημείωμα Οκτωβρίου ανθολογούμε έξι ταινίες από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που, λίγο ως πολύ, έχουν σχέση με την ποίηση. Πέρα από το γέλιο που μας χαρίζουν, ίσως σε κάποιες κρύπτες τους κρύβονται μερικές απαντήσεις για την μελλοντική πορεία μιας ολόκληρης κοινωνίας.


Λίγο πριν τον εικοστό αιώνα
«Ανθισμένη αμυγδαλιά», (1959)

Η ταινία αναφέρεται στον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, τον οποίο ενσαρκώνει ο Ανδρέας Μπάρκουλης. Ο τίτλος βασίζεται στο ομώνυμο ποίημα του Δροσίνη που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο σατυρικό περιοδικό «Ραμπαγάς» το 1882 και μελοποιήθηκε το 1885 από τον Γεώργιο Κωστή. Το ποίημα έγραψε ο Γεώργιος Δροσίνης σε νεαρή ηλικία, όταν ακόμη δημοσίευε τους στίχους του με το ψευδώνυμο «Αράχνη», για μια μαθήτρια του Αρσακείου, εξαδέλφη του, που πράγματι συνέβη να κουνήσει την ανθισμένη νεραντζιά του κήπου του και να πέσουν τα άνθη επάνω της. Και βέβαια, ποιητική αδεία (αλλά και συμβολικά), η νεραντζιά έγινε αμυγδαλιά.
Η ταινία, εκτός των άλλων, είναι μια τοιχογραφία της αθηναϊκής κοινωνίας των τελών του 190υ αιώνα, ενώ την παράσταση κλέβει ο αιώνιος ρωμιός Νίκος Σταυρίδης, σε χρέη καφετζή.

Ο σύνδεσμος της ταινίας (αναπαραγωγή από την ΕΡΤ 2)



Κατά λάθος ποιητής
«Τύφλα να ’χει ο Μάρλον Μπράντο», (1963)

Ο Στέφανος Αυγερινός (Θανάσης Βέγγος), είναι ένας υπάλληλος ληξιαρχείου που θέλει να περάσει τις διακοπές του στον Πόρο. Στο καράβι της γραμμής θα γνωρίσει δύο νέους που έχουν βάλει στοίχημα ότι τις γυναίκες δεν τις κατακτά το όνομα αλλά το άτομο και η προσωπικότητα. Ο ένας εξ αυτών (Κώστας Κακαβάς) είναι διάσημος ποιητής και έχει το ίδιο ονοματεπώνυμο με τον υπάλληλο. Του έρχεται λοιπόν η ιδέα να φορτώσουν την ιδιότητα του ποιητή στον υπάλληλο και, άθελά του, να τον χρησιμοποιήσουν σαν ένα είδος πειραματόζωου.
Στην είδηση ότι έρχεται ο «γυναικοφάγος» ποιητής που «δεν έχει αφήσει γυναίκα για γυναίκα στην Αθήνα», επόμενο είναι να αναστατωθεί το ξενοδοχείο «Χρυσή Αυγή», όπου αναμένεται να καταλύσει. Ο Θανάσης Βέγγος, ποιητής πια, φουντώνει κι άλλο τις φήμες: «Παπαδοπουλίνες έχω στα βιβλία μου καμιά πεντακοσαριά. Μια παραπάνω, μια παρακάτω δε χαλάει ο λογαριασμός», θα πει με φυσικότητα, αφήνοντας άναυδη την συνομιλήτριά του.
Νωρίτερα, μια άλλη θαυμάστρια θα του απαγγείλει ένα ποίημά του: «Ήσυχο ήσυχο το ποταμάκι / αργοκυλάει το γαλάζιο του νεράκι / και τραγουδάει την αγάπη τη χρυσή / μια κι’ ήρθες αγαπούλα μου εσύ». Για να το ισοπεδώσει ο ολετήρας Βέγγος: «ήρθα αλλά πώς ήρθα: σαν ζαλισμένο κοτόπουλο». Και πιο κάτω: «πάντως το ποίημα είναι φάβα».
Ως και βραδιά προς τιμήν του ετοιμάζει ο ξενοδόχος και προσφωνώντας τον καταλήγει πως: «υμνεί την αναγέννηση της ζωής, την χαρά της δημιουργίας και την ματαιότητα του θανάτου», για να μονολογήσει ο Βέγγος: «κι όλα αυτά με 16οο τον μήνα». Όταν δε ο κανονικός ποιητής τού ζητάει να απαγγείλει ένα δικό του ποίημα, εκείνος ανταποκρίνεται αμέσως, αποσπώντας θερμό χειροκρότημα: 
«Αχμ…
Απόψε σήμερα και χτες
όλες οι πόρτες ειν’ κλειστές
και γω είμαι απόξω.
Και μες στο θάμπος το θαμπό
παίρνω αμπάριζα να μπω
και με πετάνε όξω...».
Αξίζει να αναφέρουμε ότι η σκηνοθεσία είναι του Ορέστη Λάσκου, ο οποίος ήταν και ο ίδιος ποιητής.
Ληξίαρχοι - ποιητές, σημειώσατε ένα
Συμπέρασμα: Ποιητές μην τα βάζετε με τους υπάλληλους ληξιαρχείων. Ή, με μια άλλη ματιά, «ο δρόμος για την αθανασία περνάει από το ληξιαρχείο».




Η κατάληξη του αντιτύπου μιας ποιητικής συλλογής
«Αν έχεις τύχη», (1964)

Δεν θα μας απασχολήσει ολόκληρη η ταινία παρά ένα μικρό απόσπασμά της:
Ο Αριστοτέλης Ρινόπουλος (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), είναι άνεργος καθηγητής και επισκέπτεται τον πλούσιο συμφοιτητή του και ποιητή Τόλη Ρίκο (Περικλή Χριστοφορίδη), με σκοπό να αποκομίσει κάποια οικονομική βοήθεια. Αντ’ αυτής βρίσκεται κρατώντας τη νέα ποιητική συλλογή του τελευταίου. Στον μεταξύ τους διάλογο, του λέει πως εγνώριζε ότι κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο και για να τον συγκινήσει τα συνδυάζει όλα ως εξής: «Θα μου πεις τώρα γιατί δεν τ’ αγόρασα. Θα τ’ αγόραζα βλέπεις αλλά τα οικονομικά μου… Ε, χωρίς δουλειά, καταλαβαίνεις… Δεν ντρέπομαι να σου πω ότι ώσπου να βρω δουλειά δυσκολεύομαι ακόμα κι από φαΐ». Ο ποιητής συγκλονίζεται από το δράμα του παλιού συμφοιτητή του (μιας και για κείνον η ανέχεια είναι κάτι το τελείως εξωτικό) και σπεύδει να του δώσει μια μικρή βοήθεια, αυτή τη φορά χρηματική. Ο πρωταγωνιστής μας αναχωρεί επαινώντας την …ανωτερότητα και το ποιητικό ταλέντο του ευεργέτη του, αλλά πριν καλά καλά απομακρυνθεί από τη βίλλα του, ξεφορτώνεται (με τραβέρσα τύπου μπάσκετ), την νεοαποκτηθείσα ποιητική συλλογή, την οποία – αν δεν την καταστρέψουν τα δόντια του σκύλου του ποιητή –, θα την βρει μάλλον ο κηπουρός της βίλλας, σε κάποια από τις επόμενες εργασίες του.
Συμπέρασμα: Ποιητές, προσοχή πού δίδετε τα αντίτυπα των συλλογών σας.




Ένας ελεγειακός ποιητής και κάποιες εκδοτικές δυσχέρειες
«Ο χαζομπαμπάς», (1967)

Πρόκειται για έναν πολύπαθο πατέρα (Νίκο Σταυρίδη) και τον αγώνα που κάνει για να μεγαλώσει και να εξασφαλίσει τον γιο του. Θα πρέπει όμως να περιμένουμε πάνω από 75 λεπτά για να ακούσουμε τον υιό (Νίκο Δαδινόπουλο) να του αναγγέλλει ότι: δε θα ασχοληθεί με την ύλη αλλά με το ..."πνεύμα", αυτό που υποφέρει αφάνταστα από τον υλικό πολιτισμό, και ότι στην εκδρομή που είχαν πάει με την σύζυγό του, έγραψε 31 ελεγείες (καθότι ελεγειακός ποιητής), ενώ εκείνη του βρίσκει και τίτλο για τη συλλογή του: "Το θλιμμένο βότσαλο".
Στην επόμενη σκηνή παρακολουθούμε έναν αποκαλυπτικό διάλογο μεταξύ ποιητή και εκδότη: «Μόνον που θα χρειαστώ 4000 δια την έκδοση», λέει ο εκδότης (Σ.Σ. δηλαδή 2,5 μισθούς του υπάλληλου ληξιαρχείου Βέγγου). «Καλά, εγώ βάζω τα ποιήματα, δεν πρέπει να βάλεις κι εσύ κάτι;», ρωτά ο ποιητής. Και λαμβάνει την απάντηση: «Θα βάλω, θα βάλω τη φίρμα μου: εκδόσεις Χλεμπονιάρη».
Η σκηνοθεσία είναι επίσης του Ορέστη Λάσκου (εδώ υπογράφει και το σενάριο) που, απ’ ό,τι φαίνεται, θα πρέπει να γνώριζε πολύ καλά τα του σιναφιού εκ των ένδον.




Ο εκδότης και η …ποιήτρια
«Ο τζαναμπέτης», (1969)

Ο εκδότης Νεόφυτος Φωτεινός (Λάμπρος Κωνσταντάρας) και τα δύο αδέρφια του, είναι κατά του γάμου, ώσπου στη ζωή τους μπαίνει μια γυναίκα (Μάρω Κοντού) και όλα ανατρέπονται. Στον δε εκδότη συστήνεται ως νέα ποιήτρια και τον πείθει: «Βέρας Ρογκάλη, ποιήματα. Φέρτε μου τα ποιήματά σας να τα βγάλω μια ωραία συλλογή», λέει ο εκδότης. «Και τι είμαι εγώ να με τυπώσει ένας Φωτεινός», διστάζει εκείνη, για να ακούσει: «Εδώ εγώ τυπώνω όλο το αληταριό με τα μούσια και δε θα τυπώσω εσάς…». Κι όταν αναρωτιέται: «Μα είμαι εντελώς άγνωστη, θα πουληθεί η συλλογή μου;», η απάντηση είναι: «μήπως πουλιούνται οι άλλες».
Μεταξύ των άλλων θα ακούσουμε τον Κωνσταντάρα να απαγγέλει Δροσίνη: «Τρυγητής στης νιότης τα μοσχάμπελα…», Καρυωτάκη: «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα ήρθες το βράδυ αυτό…», μπερδεύοντας την Κοντού σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι λογοτεχνικών γνώσεων, το οποίο κερδίζει τελικά εκείνη απαγγέλλοντας …Ζαμπέτα: «Πού πας χωρίς αγάπη στη νύχτα στη βροχή…».


Έχουν περάσει δέκα χρόνια από την «Ανθισμένη αμυγδαλιά». Τα μπουζούκια έχουν πια μεγάλη πέραση –η παρουσία στην ταινία της αγράμματης βεντέτας (Δέσποινας Στυλιανοπούλου) δεν είναι καθόλου τυχαία–. Όλο και περισσότεροι Έλληνες βλέπουν την υπόθεση «εύκολο κέρδος» να μην φαντάζει άπιαστο όνειρο πια. Ή ιδέα αυτή αρχίζει να στριφογυρίζει σε όλο και περισσότερα μυαλά. Για παράδειγμα, ο πρωταγωνιστής της επόμενης ταινίας (η οποία προβλήθηκε την ίδια χρονιά), αγοράζει μανιωδώς λαχεία.
Κάτω από το μαύρο καθεστώς της χούντας, μια γενιά φεύγει και μια νέα προετοιμάζεται να κυριαρχήσει, περιμένοντας να «ξαναμοιραστεί η πίτα», μόλις περάσει η βαριά σκιά.



Ο υπερρεαλιστής ποιητής, ο εκδοτικός οίκος 
και μια κριτική
«Ξύπνα Βασίλη», (1969)

Πρόκειται για έναν από τους πιο διάσημους ποιητές. Πολλοί στο σινάφι θα ζήλευαν την αναγνωρισιμότητά του, την διακριτή γραφή του, τις συλλογές του – με τίτλους όπως «Καταιγίδες» και «Λαίλαπες» (εκδ. Ο Ιωνικός, Ε. Κ. Φαρλάκου) – καθώς και ποιήματά του όπως «Τα κοράκια», «Ο σκοταδόψυχος», «Το κόκκινο τυρί» και άλλα. Ο λόγος για τον ποιητή Τιμολέοντα Φανφάρα, τον οποίο υποδύεται ο αμίμητος Γιώργος Μιχαλακόπουλος στην ταινία «Ξύπνα Βασίλη», (Finos Film, 1969).
Και βέβαια δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε την εν λόγω ταινία η οποία αφήνει ισχυρά πολιτικά σχόλια για το κλίμα της εποχής και τις διαθέσεις της κοινωνίας. Ο δε Τιμολέων Φανφάρας (αν και δεύτερος ρόλος), έχει καταγραφεί ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές περσόνες του ελληνικού κινηματογράφου. Φυσικά πρόκειται για μη υπαρκτό πρόσωπο. Ο εμπνευστής του όμως, Δ. Ψαθάς, είναι φανερό ότι θέλει να στηλιτεύσει πρόσωπα και πράγματα. Ο εκδοτικός οίκος, οι υπάλληλοι, ως και η κριτική από την εφημερίδα …«Κραυγή» (γράφει χαρακτηριστικά: «η νέα ποιητική του συλλογή τιτλοφορείται Καταιγίδες και περιλαμβάνει πραγματικά καταιγίδες βλακειών και ασυναρτησιών»), είναι όλα όχι μόνο αληθοφανή αλλά και διαχρονικά.
Έχει γραφεί ότι ο Δ. Ψαθάς ήθελε να προβάλει την κουλτούρα της ιδεολογίας του πολιτικού κέντρου, την απαξίωσή του απέναντι στις νέες φόρμες της ποίησης και ότι ο ποιητής που τον εμπνέει για να χτίσει την μορφή του Φανφάρα, είναι ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές. Εμάς όμως δεν μας προβληματίζουν τόσο αυτά όσο το τι αλήθεια έβαλε τους ποιητές στο στόχαστρο του κινηματογράφου, άρα και κατ’ επέκταση στο στόχαστρο μιας μεγάλης μερίδας του λαού (αν αναλογιστούμε την δημοτικότητα που είχε τότε το σινεμά). Τι πράξανε λάθος, αυτοί, οι μέχρι πρότινος εμψυχωτές; Κάτι φαίνεται να αλλάζει στη κοινωνία και μάλιστα πολύ πιο γοργά απ’ ότι εκείνη και οι ποιητές της μπορούν να παρακολουθήσουν. Και …αλίμονο στους φιλότιμους, όπως ο ήρωας της ταινίας Βασίλης Βασιλάκης (Γιώργος Κωνσταντίνου).



Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου