Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Ο μικρόκοσμος των ποιητών"




Ο μικρόκοσμος των ποιητών

του Παύλου Παρασκευαΐδη

O φιλόσοφος Hans-Georg Gadamer (2008, σελ. 283) στο έργο του Η απαρχή της γνώσης τόνιζε πως: «Η ίδια η φύση μάς έχει αναγκάσει να δημιουργήσουμε πολιτισμό. Συνεπώς εξακολουθεί να ισχύει η θέση ότι χωρίς πολιτισμό δεν μπορούμε να επιβιώσουμε».
Αναμφίβολα η τέχνη της ποίησης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού, αν και στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να ιδωθεί ο πολιτισμός υπό την ευρύτερη έννοιά του, στην οποία εγκολπώνονται όλες οι τέχνες, αλλά και θεσμοί όπως η εκπαίδευση ή ακόμα και τα ήθη, τα έθιμα και ασφαλώς οι πολιτιστικές αξίες μιας κοινωνίας. Εκείνο το οποίο δύναται ωστόσο να αμφισβητηθεί και μάλιστα εγείροντας πληθώρα αιτιάσεων, είναι το αν στερείται των δυνατοτήτων επιβίωσης ο άνθρωπος χωρίς την ποίηση. Το ερώτημα αυτό δεν θα πρέπει να απαντηθεί βιαστικά, καθόσον οφείλουμε πρωτίστως να αναρωτηθούμε πόσους αφορά η ποίηση; Μα σαφώς μια ελάχιστη μειοψηφία αφορά η τέχνη της ποιήσεως, με την εξής ιδιομορφία: όσοι διαβάζουν ποίηση γράφουν κιόλας και συνάμα όσοι γράφουν ποίηση είναι και οι μοναδικοί που την διαβάζουν. Η θέση αυτή αφορά όσους ασχολούνται συστηματικά με την ποίηση κι επομένως η συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας δύναται κάλλιστα να επιβιώσει χωρίς την ποίηση. Αντίθετα οι ποιητές φαίνεται πως αναπτύσσουν μια μοιραία σχέση με την τέχνη τους αφού αυτή τείνει να καταστεί το ψυχοθεραπευτικό τους καταφύγιο. Κι εδώ ακριβώς εισερχόμαστε σ’ έναν πολιτιστικό μικρόκοσμο περίκλειστα αποκομμένο σε όρους νοηματοδότησής του, καθώς οι ποιητές τη σήμερον άγονται και φέρονται σαν να είναι το επίκεντρο της σύγχρονης νεοελληνικής κοινωνίας. Ένας μικρόκοσμος δημιουργών όπου παρατηρούνται ιδεοληπτικές συμπεριφορές που εκκινούν από την μεγαλομανία και την εγωπάθεια σε πολλές των περιπτώσεων.
Αδιαμφισβήτητα η ενασχόληση με την τέχνη χαρίζει στον καλλιτέχνη ορισμένες αρετές (αυτό βέβαια δεν αποτελεί κανόνα) κι ας ανατρέξουμε στον Bourdieu κατά τον οποίο το πολιτιστικό κεφάλαιο χαρίζει στον άνθρωπο τη μοναδικότητά του (Smith, 2006). Επίσης είναι νοητό και σεβαστό πως κάθε καλλιτέχνης-ποιητής κρύβει μέσα του έναν μικρό νάρκισσο κι από τη στιγμή που δημοσιοποιεί τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες επιθυμεί να εισακουστεί στο ευρύτερο κοινό. Ως εδώ ουδέν μεμπτόν. Τα παραπάνω ωστόσο δεν έχουν καμία σχέση με πολλούς σημερινούς ποιητές εν Ελλάδι, όπου αργά η γρήγορα – αν γνωριστείς με κάποιον από αυτούς – αποκομίζεις την αίσθηση πως συνδιαλέγεσαι με υποψήφιο νομπελίστα. Νεόκοποι δημιουργοί με δυο-τρεις συλλογές στο ενεργητικό τους αυτοπαρουσιάζονται ως ιερά τέρατα της τέχνης που η κοινωνία – κι όχι μόνο ο μικρόκοσμος των ποιητών – τους οφείλει αναγνώριση, τιμές και δόξα. Είναι ευνόητο να φανταστεί κανείς τι συμβαίνει με τον εγωκεντρισμό ενός δημιουργού που μετράει επί παραδείγματι πέντε συλλογές και άνω. Η ματαιοδοξία ως κυρίαρχο στοιχείο του ποιητικού μικρόκοσμου ενισχύεται όταν συγχρωτίζονται ομοϊδεάτες με αποτέλεσμα κλειστές παρέες με αιρετικά χαρακτηριστικά. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι εκτός παρέας αντιμετωπίζονται ως παιδιά ενός κατώτερου θεού, τόσο ως ποιητές όσο κι ως άνθρωποι. Πρόσφατα φίλος ποιητής βρέθηκε δις σε παρέες με τον ίδιο αξιόλογο καλλιτέχνη στην ομήγυρη και ουδείς είχε την ευγένεια να τον συστήσει στον έτερο καταξιωμένο «συνάδελφο». Προφανώς για λόγους μικροπρέπειας και ακολουθώντας τον σιωπηρό κανόνα: πως όποιος δεν ανήκει στην αδελφότητα δεν «αναγνωρίζεται» και δεν «ακούγεται». Δεν τίθεται ζήτημα αποδοχής ή μη του ποιητικού έργου κάποιου ποιητή στα πρώτα του βήματα, αυτό ίσως να μην το καταφέρει κανείς ποτέ, όσο καταξιωμένος κι αν γίνει στην μετέπειτα πορεία του. Κι ως προς τούτο ας ανατρέξουμε σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του Ηρακλείτου (fr. 42): «τον Όμηρο αξίζει να τον διώξουν απ’ τους αγώνες και να τον ραπίσουν (το ίδιο και τον) Αρχίλοχο» για να θυμηθούμε και τα ήθη που επικρατούσαν κατά το απώτατο ιστορικό παρελθόν. Το ζήτημα είναι ηθικό, διότι θα περίμενε κανείς από τους ποιητές να εκφράζουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες υποκινούμενοι από ένα άλλο απόσπασμα του Ηρακλείτου (fr. 101): «αναζήτησα τον εαυτό μου». Υποτίθεται πως ένας άνθρωπος ο οποίος τολμάει να εξωτερικεύσει τις ανησυχίες, τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες του μέσω της λογοτεχνίας, διέπεται και από μια αντίστοιχη ηθική στάση απέναντι στη ζωή, αλλά και τους συνανθρώπους του, πόσο μάλλον απέναντι στους λοιπούς «αδελφούς» ποιητές. Αντ’ αυτού κυριάρχησε ως νοοτροπία ο παθολογικός ναρκισσισμός και η μισαλλοδοξία κι αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό αν αρχίσει κάποιος να συγχρωτίζεται με ποιητικές παρέες στο ευρύτερο πλαίσιο δραστηριότητάς τους (εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά, συμπόσια και διαγωνισμοί). Οι εκτός αδελφότητας (της οιασδήποτε) ποιητές αποκλείονται αριστοτεχνικά, συνήθως δια της αποσιώπησης και ουκ ολίγες φορές με υποτιμητικές συμπεριφορές. Αν συμπεριλάβει κανείς και τη φτώχεια της σημερινής ποιητικής γραφής εν γένει, δεν είναι άξιο απορίας που η ποίηση αφορά αποκλειστικά και μόνον όσους γράφουν και τα όσα τεκταίνονται εντός του μικρόκοσμου αυτού παραμένουν εσαεί εσώκλειστα. Γι’ αυτό είναι να απορεί κανείς για τον θόρυβο που προσπαθούν να προκαλέσουν διάφοροι με ακατάπαυστες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα περιοδικά (ηλεκτρονικά ως επί το πλείστον) καθώς και με τη συνεχή τάση αυτοπροβολής και προβολής του έργου τους. Ας όψονται πως όσο κι αν διατυμπανίζουν τη σπουδαιότητα του έργου τους, τούτο είναι καταδικασμένο να ανακυκλώνεται στο πλαίσιο της κάθε αδελφότητας και οπωσδήποτε εντός των ορίων του ποιητικού μικρόκοσμου.



Πηγές
Gadamer, Hans-Georg (2008). Η απαρχή της γνώσης. Αθήνα: Πατάκη.
Smith, Philip (2006). Πολιτισμική θεωρία: Μια εισαγωγή. Αθήνα: Κριτική.
Ηράκλειτος (1999). Άπαντα (μτφρ. Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης). Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.

Στην εικόνα: Λεπτομέρεια από το έργο του Rafael: «Η Σχολή των Αθηνών»