Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, "Πιστοποιητικά θνητότητας"




PIANO

I
Μέσ’ στα μπαΐρια που ξεχέρσωσες
φυτρώνουν οι καημοί που σπέρνεις.
Γιομίζει το περιβολάκι της ψυχής μου
ποιήματα μικρά και μυρωμένα.

II
Τις νύχτες σ’ ονειρεύομαι
να παίζεις ένα λυπημένο ακορντεόν.
Ξυπνώ και θλίβομαι
που σε κρατάω ακόμα λυπημένη.

III
Στα βουρκωμένα μάτια σου
ένας πορτοκαλένιος ήλιος ανατέλλει.
Στα λυπημένα χείλη σου
μι’ αυγή από δροσερά χαμόγελα ροδίζει.
Μέσ’ απ’ την πικραμένη σου ψυχή
η φλόγα του έρωτα
ζεσταίνει τις ελπίδες των απεγνωσμένων.

IV
Πες μου τι ώρα ανοίγει
το μυροπωλείο του κορμιού σου
να τρέξω ν’ αγοράσω.

V
Μέσα στην ίριδα των ματιών σου
βρέθηκε η παλέτα του Μοντιλιάνι.

VI
Πίσω από την γραμμή των χειλιών σου
ανατέλλουν οι ήλιοι μου.

VII
Αχ! οι ατέλειωτοι στεναγμοί σου!
Ο μετρονόμος της αγωνίας μου.

VIII
Τι κι αν γεννήθηκες την 5η δεκαετία
του 20ου αιώνα.
Ο Ελύτης απ’ το ’40
για σένα έγραψε
το Adagio των «Προσανατολισμών» του.

IX
Τις δύσκολες νύχτες ξορκίζω τη μοναξιά μου
μ’ ένα τριαντάφυλλο
βουτηγμένο στα κόκκινα λόγια
που μου ’πες τη μέρα.

Χ
Δεν σ’ αγαπώ.
Σ’ αγαπάω!
Έτσι όπως τ’ ακούς.
ασυναίρετα.



(Από τη συλλογή «Πτωχόν Μετάλλευμα», Εμβόλιμον 1990)




ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Να αγαπάτε τους ποιητές.
Προς όφελός σας διαθέτουν την ψυχή τους·
την ειρηνική αυτή επαρχία εκρηξιγενών πετρωμάτων,
επιδιδόμενοι σε διαρκή εκβραχισμό
ώστε να σας προσφέρουν τις πολύτιμές τους λέξεις.

Αποτελούν, από μιαν άποψη,
ένα είδος θαλάμου ακροάσεων
των επιθυμιών και των καημών σας·
μία διώρυγα προσαγωγής της προσδοκίας σας
για κάτι το ωραίον·
ένα ακάτιο που σας διασώζει
από την αγκυλωτικήν αγκίστρωση
στους παγετώνες της ακαλαισθησίας.
Σας παρέχουν την ευκαιρία να ενωθείτε μαζί τους
με δεσμούς ετεροπολικούς,
αν αξιοποιήσετε τα ψυχικά τους αναβλήματα.

Να αγαπάτε τους ποιητές.
Αντιληφθείτε ότι δεν είναι τίποτε άλλο
από μία δεξαμενή έρματος
για να ισορροπούν οι υπερθαλάσσιοι θάλαμοι
του πλοίου με το οποίο ταξιδεύετε.

Κάθε φορά που τους πληγώνετε
υφίστανται μικρά εγκάρδια ραγίσματα
συχνά μη επισκευάσιμα.



(Από τη συλλογή «Αμειψισπορά», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας, 1996)




ΜΝΗΜΟΦΥΛΑΚΙΟ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΩΝ

στη Φανή Μιχαηλίδη


Όπως ο τυφλός ακούει το ανεπαίσθητο θρόισμα όταν το φως αποσύρεται.

*

Όπως το τυφλό παιδί ζητάει να φωτογραφηθεί με τον ποδοσφαιριστή που θαυμάζει.

*

Όπως οι πληγές επουλώνονται αφήνοντας για πάντα ένα σημάδι.

*

Όπως το τραυματισμένο νύχι ξαναφυτρώνει τραυματισμένο.

*

Όπως ο τσοπάνος διαλέγει τα ευτελή υλικά του: ένα κομμάτι τσίγκο, δυο τρία καδρόνια, πέντε τάβλες, λίγα πέταβρα, μια μισοσπασμένη πόρτα, ένα κομμάτι κοτετσόσυρμα, ένα κάγκελο από παλιό μπαλκόνι, κάμποσες κλάρες πουρναρίσιες − και φτιάχνει ένα μαντρί με οικολογική ευλάβεια.

*

Όπως τα νεοκλασσικά κτίρια των πόλεων. Αστικές κατοικίες στο μεσοπόλεμο. Μπουρδέλα μετά τον πόλεμο. Γραφεία κομματικών οργανώσεων στη μεταπολίτευση. Γκρεμίδια σήμερα. Πολυκατοικίες αύριο.

*

Όπως οι διαπιστώσεις, κοιτάζοντας σαράντα χρόνια αργότερα την ομαδική φωτογραφία της Έκτης Δημοτικού:
Ο δάσκαλος πέθανε.
Ο Σπύρος πέθανε.
Ο Μπάμπης πέθανε.
Η Παναγούλα πέθανε,
και η Ανθούλα, το λιανό κλαράκι με τα κριθαρένια μαλλάκια, αυτό το σπουργιτάκι της τάξης, σκότωσε τον άντρα της με συνεργό τον εραστή της.

*

Όπως η Ανθούλα, της προηγούμενης διαπίστωσης, που τόσο πολύ την ταλαιπώρησε η τρυφερότητά της.



(Από τη συλλογή «Ενθύμιον», Καστανιώτης 2004)




ΣΟΝΕΤΟ
ΤΗΣ ΘΕΡΙΝΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
                      ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Το καλοκαίρι επιμένει
γεμίζοντας τις νύχτες πάθος,
μα το μυαλό του μαύρο δάσος
που τρέχουν μέσα απελπισμένοι.

Δεν ξέρει τι να περιμένει,
βέβαιος όντας κατά βάθος,
πως ήταν το χαρτί του άσσος,
μα σε παρτίδα ξοφλημένη.

Μοιραίος της ακινησίας,
μέσα στ’ αλάθητο καρτέρι,
κουνάει το θάμνο της δειλίας,

όπως λαγός τη μαύρη φτέρη.
Ας φύγει πια το καλοκαίρι
ισορροπία να βρει μελαγχολίας.



ΑΠΟΨΕ

Όλη τη νύχτα τα σκυλιά λεπτό δεν κρατηθήκαν.
Σαν ν’ άκουγα τη μάνα να μιλάει με κάποιον.
«Τί θες εδώ;» σαν να του ’λεγε. «Πώς ήρθες;».
Σαν να ’κλαιγε.
Σαν ν’ άκουγα, βαθιά βαθιά, το κλάμα του.

Ξύπνησα και κατάλαβα πως είχα ονειρευτεί
ζωντανό τον πατέρα μου.

Πράγματι.
Στη ρίζα της πορτοκαλιάς βρήκα το αποτύπωμα
των παπουτσιών του,
κι ως την αυλόπορτα φλούδες από το πορτοκάλι
που πρέπει να καθάριζε πολύ μονάχος φεύγοντας.



(Από τη συλλογή «Από μνήμης», Μελάνι 2010)


Όλα τα ποιήματα περιλαμβάνονται στη συγκεντρωτική έκδοση «Πιστοποιητικά θνητότητας, Ποιήματα 1970 - 2010», εκδ. Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση, 2014. Επίμετρο: Μαρία Ν. Ψάχου.
Το εξώφυλλο και τα έργα στις διαχωριστικές σελίδες των κεφαλαίων φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Σπύρος Κουρσάρης.


Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης γεννήθηκε το 1951 στη Δεσφίνα της Φωκίδας. Από το 1965 διαμένει στην Αντίκυρα Βοιωτίας. Συνταξιοδοτήθηκε από τη βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, όπου εργάστηκε ως τεχνικός μηχανολογικής συντήρησης. Είναι ποιητής. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό "Εμβόλιμον" και μετέχει στη σύνταξη της εφημερίδας "Book Press". Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά και ισπανικά. Δημοσιεύει επίσης δοκιμιακά σημειώματα και κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Έργα του:
- «Πτωχόν μετάλλευμα», έκδοση του περιοδικού Εμβόλιμον, Άσπρα Σπίτια, 1990
- «Αμειψισπορά», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας, Λειβαδιά, 1996
- «Ενθύμιον», Καστανιώτης, Αθήνα, 2004
- «Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944: το ολοκαύτωμα», Σύγχρονη Έκφραση, Αθήνα, 2010
«Από μνήμης», Μελάνι, Αθήνα, 2010
- «Πιστοποιητικά θνητότητας», Σύγχρονη Έκφραση, 2014
Πηγή: Βιβλιοnet