Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Δύο ποιήματα"




ΠΟΤΑΜΙ

ΟΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΑ ΕΥΡΙΣΚΑ ΠΟΤΑΜΙ με πολλά μυστικά στις λόχμες
Μυστικά διαπερατά και διάφανα
ίσως γι’ αυτό καλοκρυμμένα κι ανεξίτηλα
Σε κάθε ανάπαυσή μου σώριαζα μικρές πετρούλες σε κύκλους για να θυμίζουν
       πως κάποιος εδώ προϋπήρξε
Κάποιος που μεριμνώντας να ορίσει την περίμετρο του χρόνου δεν σκοτιζότανε
       για χρόνο
Ποιος θα μάθαινε άλλωστε πως εγώ ήμουν αυτός που κένταγε το νερό με τόση
      μαστοριά και έγραφε στο νερό ιερούς ύμνους  απαλά ταράζοντας μόνο μικρές
      ανώδυνες δίνες;
Χανόμουν στο δάσος από τον ίδιο καημό που χάνεται κανείς στην πόλη
Τα θηρία ξέρανε πως είμαι λιμασμένος και λιμοκοντόρος και γρυλίζανε
Ωστόσο τα μικρά ζωάκια του δάσους χωρατεύανε για να γελάσουμε
Όταν γονάτιζα  νομίζανε πως έκλαιγα και με καλούσαν να χορέψω με το ζόρι
Στριμωχνόμουν στη φωλίτσα τους σαν παλιόφιλος και με φιλεύανε χουρμάδες
Την αυγή κινούσα γι’ άλλες στράτες και με ξεπροβόδιζαν μέχρι να βρω ποτάμι
Όταν βρίσκαμε ποτάμι μου ψιθυρίζανε γλυκά πως ποτάμι δεν υπάρχει
Αν ποτέ στο ταξίδι σου βρεις ποτάμι με φουρτουνιασμένα νερά μου λέγανε μην
      τρομάξεις να το διασχίσεις




ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΥΝΑΣΤΗ

Έζησα τη ζωή μου στη σκιά ενός άγνωστου δυνάστη
που σκέπαζε το όνομά μου με το κύρος του και
τα λόγια μου τα μοίραζε στο λαό με λίστες δίβουλων μηνυμάτων που τα ήθελε διακηρύξεις
Έτσι ο κόσμος με ξέχασε
Δεν με βρήκε ποτέ από τότε γιατί
με ρούφηξαν οι χίμαιρες σε χειμαρρώδη δίνη και με ξεβράσανε νωρίς στο συμπαγές ανύπαρκτο
Έκτοτε παρέμεινε η φαντασία μου σαν αντίδοτο σε κάθε φαντασία
Η ζωή ανοίγει εύκολα τρύπες αλλά δεν κλείνει καμία
Με τον καιρό κατάλαβα πως
οι ζωντανοί στρατολογούν τους νεκρούς στη διαβίου μάχη τους με το απόλυτο
Οι νεκροί είναι αρματωμένοι με μνήμες που αραχνιάσανε στο χρονοντούλαπο
Δεν κερδίζεις με μνήμες το απόλυτο
μόνο με σκοτεινούς συμμάχους από τον ουρανό
Όταν στήνεις  φρούριο στις ερημιές η μοναξιά είναι το μεγαλύτερο μαρτύριο
Δε νικάς τη μοναξιά με μνήμες,
                                                μοναχά μ’ απανωτές σπαθιές στο σώμα του απόλυτου
μόνο που στο απόλυτο δεν βρίσκεις σώμα να μπορείς να το νικήσεις


Αλέξανδρος Αραμπατζής