Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού "Δύο ποιήματα"




Άτιτλο

Θα ’μοιαζε το μυαλό μου θάλασσα
Αν δε ζυγιάζονταν στις όχθες του
Πουλιά ματωμένα τα λόγια μου.

Θα κράταγε τα σκοινιά τεντωμένα
Ν’ ακροβατήσουν πάνω τους οι στίχοι μου.
Και οι θεοί μου θα στέκονταν γαλήνιοι στο πλάι μου
Θα με κοιτούσαν με στοργή
Και θα ’πλωναν το χέρι στα μισάνοιχτα βλέφαρα.

Και θα ’μουνα ένας αητός
Που μέχρι χθες χτυπιότανε στους τοίχους της στενής του φυλακής
Ματώναν οι φτερούγες του ασφυχτικά
Κι ο ουρανός έστεκε απάνω του
Φανέρωμα θαμπό.

Θα ’μουνα ξωκλήσι ξεχασμένο σ’ έρημο τόπο
Χωρίς παπά
Χωρίς πιστούς ν’ ανασαίνουν την αγωνία τους για ανάπαυση
Μονάχα με τις εικόνες βαλμένες στην τύχη
Και τους τοίχους μου γεμάτους συνθήματα
Ανθρώπων που το ξέραν πως ήτανε μάταιο να με προσκυνούν.

Θα ’μουνα μια βουκαμβίλια
Που σιωπηλά υψώνεται στον ουρανό
Με κορμό στέρεο σαν λεπίδα
Κι αρνείται να ρίξει τα λουλούδια της στο χώμα.

Ω , πόσο το ξέρω πως τίποτα απ’ αυτά δεν είμαι.

Μονάχα μια κραυγή

πετρωμένη στην κόχη της πένας.




Αστόχαστα

                               Μονάχος επέλεξες το δρόμο
                               Που θαρρούσες πως έπαιρνες
                               Μα καημένε
                               Πολύ αργά το ένιωσες αυτό το «θαρρούσες»
                               Το βλέμμα σου στόχευε εξαρχής στο «μονάχος».


Καρφώνανε τα πέλματα φλεγόμενα στην άμμο.
Ψέλναν ουρλιαχτά στο στερέωμα

«Σοι ευχαριστούμεν
Σοι ευχαριστούμεν»

Μαστίγωναν τις γερτές πλάτες

«Σοι ευχαριστούμεν Κύριε»

Κι εσύ Θεέ μου ήσουν μακάρια αφημένος στην κόχη του ματιού τους
αυτήν την άσπρη λωρίδα κενού
και δεν υπήρχες.

Εκείνοι σέρνονταν με το σταυρό στις πλάτες
και το βλέμμα μισοπνοϊσμένο.

«Σοι ευχαριστούμεν Κύριε.
Μας έδωσες πλάτες γερές και δυο ποδάρια στέρεα.
Μας έδωσες και τούτη την άμμο
καυτή να πληγιάζει τα ποδάρια μας
και τον πόνο να τρυπάει το μαύρο του ματιού μας
και τα δάκρυα να ξεπλένουν το βάρος της γης
που στους ώμους βαστάζουμε.
Μας έδωσες έναν παράξενο νου
που αντρειεύεται και σε καρφώνει με βέλη.

Δε σ’ έχουμε ανάγκη Κύριε.

Σοι ευχαριστούμεν που μας έπλασες
τόσο αλλοπρόσαλλους
τόσο μισούς
τόσο εν τέλει ανάπηρους.

Σου επιτρέπουμε να μην υπάρχεις
Αρκεί να μας αφήσεις εδώ
Αλλοπαρμένους να συνάζουμε τα σύννεφα
Να τα φοράμε αυτάρεσκα στεφάνι στην πληγή μας
Σφιχταγκαλιασμένοι να χορεύουμε
Και να αγνοούμε τον πρωτοχορευτή
Που δίνει ρυθμό στα τρεμάμενα σάλτα μας».