Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Νίκος Δαββέτας, "Το κίτρινο σκοτάδι του Βαν Γκογκ"




Ηλιοτρόπια

Βαθύ το τραύμα που άνοιξε στο κρύσταλλο
του φεγγαριού η καρίνα
τυφλός ο καθρέφτης δεν βλέπει
δεν ακούει το μαχαίρι
η κίτρινη πούδρα χυμένη στο ερμάρι
στο πάτωμα φιαλίδια αρωμάτων, άδεια.
Ένα νυσταγμένο κορίτσι λύνει το στηθόδεσμό του
κι ανεβαίνει πρώτο την ξύλινη σκάλα

στα μάτια της το βλέπω πως γνωρίζει
αυτό που από καιρό υποπτευόμουν
ανάμεσα στα γένια μου φυτρώνουν κίτρινα ηλιοτρόπια
οι ρίζες τους τρυπώντας τα οστά
βαθιά μες στο μυαλό μου διακλαδίζονται
ακούω κραυγές που βγαίνουν απ’ το στόμα μου
ψίθυρους σαν την ανάσα του νερού

κάποιος μέσα στο σπίτι
τη θάλασσα υποδύεται
από τον γλόμπο κρεμασμένος
μπορεί τις ώρες να μετρά
την άμπωτη του χρόνου

θέλω να ξυρίσω τα ηλιοτρόπια απ’ το λαιμό
τ’ άλλα που φυτρώνουν στο πηγούνι
όμως φοβάμαι τις κινήσεις
τόσο άχρηστη η ομορφιά στα χέρια μου
που το σπασμένο κάτοπτρο μού επιστρέφει
ακέραιη τη λάμψη του θανάτου.




Αποδημία

Άξαφνα την είδα στο δρόμο
το πρόσωπό της σβησμένο
το κορμί της ελάχιστο
μόνο τα μάτια της
το ίδιο ζωηρά όπως και τότε.
Άπλωσε δισταχτικά το χέρι
με την αφή το χρόνο ν’ αφαιρέσει
σοβάς να πέσει το σκοτωμένο δέρμα
όμως το χέρι της στάθηκε μετέωρο
φούσκωσε ανάμεσά μας ένα ποτάμι ορμητικό
που κατέβαινε αλλάζοντας κοίτη
έσκυψα να δω το είδωλό της στο νερό
και πρόσεξα στην πλάτη τα φτερά της∙
τότε θυμήθηκα το τελευταίο βράδυ μας
γυρίζοντας από την Ανάσταση
ψηλά στ’ ανώφλι χάραξε με το κερί
ένα μικρό μαύρο σταυρό
σα να εκτελούσε μια πρόσθεση δίχως αριθμούς
εμείς είμαστε οι αριθμοί, φώναζε
δεξιά του σταυρού οι ζωντανοί
αριστερά οι πεθαμένοι
κι άθροισμα ό,τι απομένει
κτερίσματα και τιμαλφή.




Το κουκλόσπιτο στην Αρλ

Μέσα σε χώματα πολλά
ένα κομμένο αυτί σαν πλατανόφυλλο το ρεύμα ταξιδεύει∙
κάποτε θα ψιθυρίζαμε σ’ αυτό τ’ αυτί
σε τελετές δημόσιες και ιδιωτικές στιγμές
λόγια γλυκά ή αυστηρά
τώρα μέσ’ απ’ τη γη δεν ξεχωρίζει
τα βήματα του ανθρώπου που έσταξε
φαρμάκι στο λαβύρινθό του
και δεν ανατριχιάζει από το τρόχισμα του μαχαιριού
στα σιδερένια νεκροκρέβατα της Αρλ
θυμάται μόνο την Άνοιξη
που τα πουλιά τρυπώνουν απ’ τη στέγη
και κινούν για λίγο τα νήματα
οι κούκλες να ξεμουδιάσουν τ’ αρρωστημένα τους μέλη
να δοκιμάσουν τις σκουριασμένες τους κλειδώσεις στο
                                                                                        σανίδι.

Με τη ζέστη ανοίγουν οι μαύρες συμπληγάδες
περνά μονάχα ο τζίτζικας
πάνω σε μια παλάμη φως
μονότονα να τραγουδήσει
γι’ αυτούς που ξυπνάνε με τη σκέψη τους στο θάνατο
όμως εύκολα αναβάλλουν για την επομένη
με την κρυφή ελπίδα
πως όλα μπορούν να ξαναρχίσουν από το μηδέν
όπως κάθε Μάρτιο ένας καινούργιος κόσμος πρασινίζει
και τα σκουλήκια μπορούν να νοσταλγούν
τα πτώματα που κράτησαν ταριχευμένα οι πάγοι του
                                                                                        χειμώνα
και οι πλυμένες από τη βροχή ρίζες
σαν κέρατα χωμένες
στο σώμα αυτό που ταξιδεύει ακέφαλο
μπορούν να ελπίζουν
στο κίτρινο σκοτάδι του Βαν Γκογκ.





Από τη συλλογή, «Το κίτρινο σκοτάδι του Βαν Γκογκ», Κέδρος 1995