Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Οι πυροτεχνουργοί"




Τραγούδι για τους μοναχικούς άντρες

                                                     Στον Κωστή Νικολάκη

Το βράδυ μαζεύεις ξύλα για το τζάκι.

Και το πρωί, α το πρωί,
τί πικρή που είναι η ζωή όλο με τις στάχτες.




Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι
χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί,
ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια...
Αλλάξαν οι καιροί, που λέει και ο λαός,
πράγματα διάφορα συνέβησαν,
χαθήκαμε με τον αδελφό μου,
μάθαμε πως έφυγε και ο πατέρας…

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή
που εκείνος δεν έζησε.




Η μνήμη παλιώνει

Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.
Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,
φράζουν την πηγή που ζητάω.
Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,
ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.

Γελάς. Δυο ποτήρια που σπάζουν
σε ερημική παραλία τα γέλια σου.
Ύστερα πια θυμώνεις.
Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,
πέφτει με πάταγο η φωνή σου.

Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.
Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα
στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.
Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,
για πάντα εκείνο το βράδυ,
φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,
δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλια γκρεμίζει.

Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.
Και όλα εδώ τελειώνουν.
Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.

                                 ≈

Ανάμεσα στο τελευταίο τσιγάρο και στη νύχτα
η μνήμη παλιώνει, η φωνή του φίλου χάνεται
και η παρεξήγηση παίρνει ένα τέλος.




Θάλασσα του χειμώνα

                                                     Στον Νίκο Μαρκομιχελάκη

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εδώ ας καθίσουμε μια στιγμή στην ησυχία.
Όπως καθίσαμε παιδιά στη σχολική εορτή.
Όπως κάθισαν οι καλεσμένοι στην αυλή
στους αρραβώνες της γιαγιάς μας, Κυριακή Ιουλίου του 1930.
Όπως κάθισαν οι δυο ξένοι στο σταθμό της Κορίνθου
και αγαπήθηκαν ύστερα πίσω από άδεια κιβώτια μπύρας
και τον εγκαταλειμμένο φωνόγραφο,
μισή ώρα πριν έρθουν τα τραίνα, και ύστερα χάθηκαν για πάντα.

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εμείς που ποθήσαμε τόσο πολύ τη γαλήνη
γυρνάμε τώρα στις λεωφόρους δίχως κρεβάτι
και με τα μάτια κόκκινα από την αγρύπνια.





Από τη συγκεντρωτική έκδοση: «ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1968-2010 (Επιλογή)», εκδ. Κέδρος 2014. (Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στη συλλογή «Οι πυροτεχνουργοί»).