Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Μάνος Ελευθερίου, "Το νεκρό καφενείο"




ΖΟΥΜΕ ΑΛΛΟΥ

Ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε
αλλού κι αλλιώτικα μιλάμε και αγαπάμε
αλλού είναι η σκέψη μας κι ολόκληρη η ζωή μας

κι όμως εδώ σ’ αυτό τον τόπο σέρνουμε τα πόδια μας
σαν τους κατάδικους που ζουν μ’ άλλους κατάδικους
σ’ αυτές εδώ τις ερημιές με πρόσωπα που ανήκουν
         σ’ άλλους
ή και σε κάτι που υποδύεται τους άλλους.


Ζούμε αλλού κι άραγε πώς να είμαστε
με ποια λαλιά και ποιες αισθήσεις


με δέρμα και αίμα υποταγμένα στο μυστήριο
και ασφαλώς περήφανοι στην τακτική ζωή μας.

Α βέβαια, βέβαια ζούμε αλλού και κάπου αλλού
         υπάρχουμε.




Ω ΦΙΛΟΙ, ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ

Φίλοι παλιοί χρυσάφι παλιό
χρόνια κρυμμένοι στις σκιές
το θάνατό τους τον μαθαίνουμε απ’ τις εφημερίδες.

Στα μαγεμένα σπίτια τους είχαν καθρέφτες σκοτεινούς.
Τα βράδια ντύνονταν πτηνά να ξεγελούν τους ουρανούς.
Νιώθαν ασφάλεια μες στις χαράδρες του έρωτα
ύψωναν πόρτες στις ερήμους
κυκλοφορούσαν μόλις νύχτωνε σαν αυτοκράτορες.

Με τόσες μάσκες, μεταμορφώσεις και μονολόγους
δε φταίει κανείς που χάθηκαν μέσα σε τόσους ρόλους
μήτε που τρίζει το βασίλειο σαν το σπασμένο καναπέ.

Ω φίλοι, φίλοι μου,
μιλήσατε τα ελληνικά σαν τα ξερά φύλλα της λεύκας
         στον αέρα.




ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΓΥΡΕΥΑ

Το μπλέ του κόσμου γύρευα
και καθώς ενόμιζα πως κουβαλούσα το αεράκι
του μέλλοντός μου
είδα το χιόνι των ανθρώπων ερώτων μακρινών
και να ματώνουν τα πνευστά και να ιδρώνουν θάνατο

και τα σώματα να γίνονται μοίρα
με τη μνήμη μας ένα ποτάμι θηρία που αστράφτει
κατηφορίζοντας στα μεγάλα βουνά των ανθρώπων.




ΜΙΑΣ ΠΙΚΡΑΣ ΕΡΩΤΩΝ

Ξύπνησα μούσκεμα στα όνειρα
μ’ έναν άρρωστο στίχο στα δόντια.
Μες στα συρτάρια ψεύτικα φιλιά.
Μες στις ντουλάπες δήθεν αναμνήσεις.
Πώς να ζήσει κανείς τι ανέλπιστο
αφού αυτό που φαντάζεται του συμβαίνει.
Όλα θυμίζουν τα φτερά –
και στο έτος που οι μήνες δεν είχαν όνομα.




Από τη συλλογή «Το νεκρό καφενείο», εκδ. Καστανιώτη, β΄ έκδοση 2006