Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Αρετή Γκανίδου, "Η Προβιά"


(Bartolome Esteban Murillo,
"The Young Christ as the Good Shepherd")


Η Προβιά

Φόραγε στο κορμί του δυο ραμμένες προβιές πάνω απ’ τη λερή φανέλα κι από μια στο κάθε του ποδάρι και δυο παπούτσια χάρβαλα, έτσι που ’μοιαζε μ’ ορθό τραγί, που ξέκοψε απ’ το κοπάδι. Απόφευγε ακόμα και τις καλημέρες μ’ όλους στο χωριό, περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο κι όλο παραμίλαγε. Κανείς δεν ήξερε τι έλεγε. Μια φορά μόνο, μεθυσμένος −είχε αρχίσει η συνήθεια να του γίνεται αρρώστια− ακούστηκε να μαλώνει τρυφερά με την Ανθούλα του, που δεν τον άφηνε να μπει στο σπίτι τους. Ούτε Ανθούλα ήξερε κανείς και φυσικά δεν είχε παντρευτεί, έτσι αλλόκοτος κι αμίλητος και, πια, μπεκρής. Μόνο το αμπελάκι του είχε πάντα φροντισμένο, το καλόπιανε που του ’δινε κρασί και τσίπουρο.
Ντυνόταν με προβιές από παιδί στα καρναβάλια, παραφρονούσαν, λυσσούσαν τα σκυλιά στο πέρασμά του, μα αυτός μάζευε έτσι λίγο χαλβά, λιαστά δαμάσκηνα και σύκα, καμιά φορά και καραμέλες ροζ, σαν λάστιχο, μαντζούνια.
Έγινε άντρας, ορφάνεψε απ’ τους σαλεμένους γονείς του, ακόμα ντυνόταν με προβιές, χωρίς να κάνει βίζιτες. Του κόλλησαν το παρατσούκλι «η Προβιά». Ψιθύριζε το χωριό πως ήταν σαλεμένος κι αυτός, όπως οι γονείς του. Άκακος όμως σαν αρνί.
Μέχρι που ’σφιγγε η ζέστη τον έβλεπαν πού και πού σε κάνα δρόμο για το μπακάλικο ή για τ’ αμπέλι. Το μισογκρεμισμένο σπίτι του στη μια γωνία του χωριού, πέρναγε από κει κόσμος πολύς για τα χωράφια. Τον βλέπαν έξω τις πιο πολλές φορές. Τον καλημέριζαν, τον πείραζαν καμιά φορά, μα ούτε πάσχιζε κανείς ν’ ακούσει το μουρμουρητό του, ήταν δεν ήταν μεθυσμένος. Τα μεσημέρια ξάπλωνε κάτω απ’ τις δυο του χαρουπιές, έπιανε δυο τρία ξυλοκέρατα κι αφού τ’ άνοιγε στα δυο έγλειφε από μέσα το στυφό τους μέλι. Κοντά του και το μπουκάλι με το τσίπουρο. Τον έπαιρνε ο ύπνος ξαπλωτό και τα μυρμήγκια ξεθαρρεμένα επέλαυναν στ’ απομεινάρια απ’ τα γλειμμένα ξυλοκέρατα, ως απάνω στο στέρνο του καμιά φορά.
Τον τελευταίο χρόνο παράτησε τ’ αμπέλι του. Καιρός για πότισμα και τσάπισμα, δουλειές να τρέχουν, οι άλλοι στο χωριό απ’ το χάραμα στο πόδι, μα αυτός με τις προβιές μισοβγαλμένες καθόταν θεριό ημερωμένο και νύχτα μέρα άκουγε, λέει, φωνές από έναν άλλο κόσμο. Το είπε στον παπά που του πήγε φαΐ μια Κυριακή του Μάη. «Για τα πεθαμένα σου λες;», τον ρώτησε ο παπάς. «Μπα, δεν λέω τους πεθαμένους μου». Και μετά από λίγο: «Ούτε κι εσύ παπά νογάς, ε;» είπε σχεδόν θυμωμένα. Αυτή ήταν η μόνη συζήτηση που έκανε ποτέ.
Στα τελευταία άρχισε να φωνάζει στους περαστικούς ή και μονάχος, χωρίς ακροατήριο: «Βαστάτε τ’ αστεία σας γερά, γιατί αλλιώς, σας έφαγε η μαρμάγκα. Σας ξεκρεμάει απ’ το τσιγκέλι σας ο Άφαντος, κι έτσι αλαφρώνει η γης∙ σας γελά, βρεεε! Βαστάτε τα, σας λέω, τα χερούλια σας γερά. Αυτό έμαθα, αυτό σας λέω».
Πρώτη φορά έβαζε δυο λέξεις στη σειρά. Ξαναψιθύρισε το χωριό πως του ’στριψε για τα καλά, πως… η Προβιά είχε και στα μνήματα κρυμμένο τσίπουρο κι έπινε εκεί τα βράδια ως τα βαθιά μεσάνυχτα.
Έβγαινε ο Αύγουστος −το «Βαστάτε τα χερούλια σας…» το λέγαν όλα τα παιδιά και ούρλιαζαν από τα γέλια στους δρόμους και στην πλατεία−,  όταν τον βρήκαν κρεμασμένο απ’ τη μια του χαρουπιά, ντυμένο με τις προβιές, με τη γλώσσα λίγο έξω από το στόμα του, πρησμένη. Σαν αρνί.




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό δίοδος 66100 (ΕΝ ΔΡΑΜΑ),
Περίοδος Α΄, Τεύχος 6, Μάρτιος 2014