Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Γιώργος Β. Μακρής, "Μυστικόν δείπνον"


Φράνσις Μπέικον, "Τρεις σπουδές για αυτοπροσωπογραφία"


Μυστικόν δείπνον

Αυτός ο άνθρωπος τρώει ανάμεσα στα εργοστάσια
σ’ ένα ξυλένιο άδειο μπαρ ανάμεσα στα εργοστάσια∙
τρώει τυρί κι αυγά και κίτρινα χόρτα.
Και μέσα στον διστακτικόν αέρα
μες στο χειμώνα που γεμίζει τις αίθουσες των μηχανών
μηχανικοί εξετάζουν τις στροφές
τις εξατμίσεις, τα λουριά των εφτά ιντσών
κι εργάτες ανταλλάσσουνε για μια στιγμή
το λόγο για τον άνθρωπο που τρώει
που τρώει τυρί κι αυγά και κίτρινα χόρτα
σ’ ένα ξυλένιο άδειο μπαρ ανάμεσα στα εργοστάσια.
Ποιος όμως από σας μπορεί να πει
με βεβαιότητα κάτι παραπανίσιο;
Για σας ο άνθρωπος αυτός είναι μια μύγα
μια απλή μαυρωπή ελαφρή μύγα
ωστόσο διακριτική κι ετοιμοθάνατη
που είδατε πέρσι το χειμώνα στο τζάμι σας.
Όμως ο άνθρωπος αυτός
κάποτε επιχείρησε να κρεμαστεί από τα χρυσά μαλλιά
της άνοιξης και να πνιγεί σ’ ένα χαριτωμένο μελανο-
      δοχείο
δώρο της θείας Γενεβιέβης
για την επιτυχία του στις εξετάσεις.
Τα μαβιά μάτια του κοριτσιού
που κάθεται στην είσοδο του Δημοσίου Κήπου
έγιναν πεταλούδες για ν’ αφήσουνε στα χείλια του
την πένθιμη σκόνη των φτερών τους.
Επίσης τούτος δω ο μεσήλικας αστός
(από το ντύσιμό του δείχνει πως θα είναι υπάλληλος)
χαρακτηρίζεται από περίεργη αδεξιότητα
έχει τσακίσει πλήθος ποτηριών
από απροσεξία, δύο καθίσματα, έναν φωνογράφο
έχει πατήσει στα δάχτυλα πολλούς ευγενικούς ανθρώ-
      πους
και την καρδιά του σαν πέτσινο πορτοφολάκι.
Μα τώρα τρώει, τρώει με ύφος μαύρου πουλιού
τα λαστιχένια του αυγά το πορσελάνινο τυρί
τα κίτρινα χόρτα του κορδόνια παπουτσιών.
Τρώει μανιασμένα κλαίγοντας κυλώντας τα δάκρυα
στα πλάγια της γαλάζιας μύτης του.
Κοντά στα πράσινα μπουκάλια όπου φωλιάζει το ονει-
      ρευόμενο γκαρσόνι
παίρνουν οι τοίχοι το σχήμα των οχθών του πλωτού
      ποταμού
με πλήθος θαυμαστών οδών, με πράσινα φυτώρια.
Ω! το Μανχάτταν και το Ιλλινόις
το υπερωκεάνειον που ’δω και τόσα χρόνια
τον είχε πάει σε τόσο ωραία μέρη.
Έδινες δύο σεντς κι έτρωγες σάντουιτς και μπύρα.
Μ’ ένα κασκέτο κόκκινο και ύφος γαλοπούλας
εδούλευες στο φούρνο με τους δυο χιλιάδες υπαλλήλους
με τα πολύπλοκα αυτόματα μηχανήματα.




Από το βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986