Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο Μούλης"


(Φωτογραφία: Τάκης Τλούπας)


Ο Μούλης

Έδινε οδηγίες για προσοχή και ανάπαυση σε μικρούς και μεγάλους μαθητές, ο δάσκαλος, πριν την πρωινή προσευχή, στην αυλή του σχολείου, την πρώτη μέρα των μαθημάτων. Μετά από την  ανάπαυλα των μηνών του καλοκαιριού, οι μεγάλοι είχαν ξεμποσκίνει εντελώς, ενώ οι μικροί, και να ήθελαν, δεν ήξεραν τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν. Μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση βρισκόμουν κι εγώ, την πρώτη μέρα για την πρώτη τάξη, όταν άστραψαν τα μάγουλά μου από δυο τρεις απανωτές σφαλιάρες του δασκάλου. Έφυγα τρέχοντας για τη σιγουριά του σπιτιού.
Την άλλη μέρα το πρωί δεν ήθελα να ξαναπάω σχολείο. Με τραβούσε η μάνα μου στον νιπτήρα, αλλά αρνιόμουν να πλυθώ.
– Τράβα, πιδί μ’, στου σκουλειό να μάθς γράμματα, με εκλιπαρούσε.
– Ικεί ρίχν’ ξύλου, δε μαθαίν’ γράμματα, απαντούσα.
Με χίλια ζόρια και κρύα καρδιά μετά από κάνα δυο μέρες, πήγα.

Μ’ έβαλε ο δάσκαλος στο τελευταίο θρανίο με δυο άλλα πιτσιρδέλια που χάζευαν, όσο αυτός ασχολούνταν με μεγαλύτερες τάξεις.
Να παίξουμε δεν μπορούσαμε, να κουβεντιάσουμε δεν ήταν δυνατόν, να κάνουμε κάτι δεν είχαμε, ακούμπησα τον αγκώνα μου στο θρανίο και στήριζα το κεφάλι μου με την παλάμη να μην πέσει.
Ήρθε στο νου μου η χτεσινή μέρα.
Βρεθήκαμε πεντέξι πιτσιρίκια –ένα από αυτά κι ο Μούλης, που καθόταν τώρα δίπλα μου– σε ένα χωράφι που πρόσφατα είχαν μαζέψει το καλαμπόκι και συναντήθηκαν δυο κοπάδια να βοσκήσουν. Οι τσοπάνηδες, για να κάνουν χάζι, έβαλαν τον πιο γερό  τράγο να παλέψει με το πιο δυνατό κριάρι. Ξεκίνησαν ανόρεχτα τα ζώα, αλλά σιγά σιγά ζεσταίνονταν. Έκανε λίγο πίσω με τον κώλο το κριάρι για να πάρει φόρα κι ο τράγος σήκωνε τα μπροστινά του πόδια και το κεφάλι, κι έπεφτε τη στιγμή που το κριάρι ερχόταν καταπάνω του και κουτουλούσαν, γκαπ, με τα κέρατά τους. Ελαφριές κουτουλιές στην αρχή, αλλά όσο προχωρούσε η ώρα δυνάμωνε η σύγκρουση. Πήγαινε πέντε μέτρα πίσω το κριάρι για φόρα, θύμωνε ο τράγος και σηκωνόταν όλο και πιο ψηλά. Γκαπ και ξανά γκαπ. Άρχισαν να ματώνουν τα κεφάλια τους στην περιοχή των κεράτων. Όσο περνούσε η ώρα εξαγριώνονταν όλο και περισσότερο. Είκοσι μέτρα φόρα έπαιρνε τώρα το κριάρι κι ο τράγος, περήφανος κι οργισμένος όσο ποτέ, σηκωνόταν στα δυο πισινά του πόδια, ζύγιζε το βάρος του, κι έπεφτε την κατάλληλη στιγμή με όλη τη δύναμή του πάνω στα κέρατα του κριού που ερχόταν κατά πάνω του με ορμή. Ούρλιαζαν οι τσοπαναραίοι : «Απάνου τ’, απάνου τ’, δώσ’ του». Εμείς τα πιτσιρίκια δειλιάσαμε, λυπόμασταν τα ματωμένα ζώα, ώσπου έπεσαν και τα δυο αποκαμωμένα κάτω δίχως νικητή.
– Ε, κοίτα, μου λέει ο Μούλης, που πήρε το όνομα του παππού του Θωμά, πολεμιστή της Μικρασίας. Δυσκολευόταν η μάνα του να τον φωνάζει Θωμά και χαϊδευτικά τον έλεγε Θωμούλη, Μούλη. Κοίτα εκεί κατ’ σ’ πλαϊά, αυτόν απ’ οργών’.
Γύρισα το κεφάλι μου πίσω και είδα, μέσα από το μεγάλο παράθυρο, έναν γεωργό που όργωνε με το ζευγάρι των βοδιών του. Σε κάθε στροφή των βοδιών, κάθε φορά που τέλειωνε η αυλακιά, φαινόταν, σε μας από μακριά, να πλησιάζει ο άντρας στα πισινά των ζώων και με την παιδική μας πονηριά κι αφέλεια μαζί, νομίζαμε, «χα χα, γαμάει τα βόδια αυτός, χα χα χα, χι χι χι». Λέγαμε πνιχτά τ’ αστειάκια μας και γελούσαμε μη μας πάρει χαμπάρι ο δάσκαλος και φάμε πάλι κάναν φούσκο.

Μια μέρα, κάποιος περαστικός κόλλησε τη μουσούδα του στο τζάμι του παραθυριού που έβλεπε στον πίνακα και προσπαθούσε να δει μέσα στην αίθουσα σε ώρα μαθήματος. Βγήκε ο δάσκαλος να τον χαιρετίσει. Γύρισε αμέσως και μας είπε να κάνουμε διάλειμμα. Βγήκαμε κι εμείς έξω και είδα ότι ο ξένος ήταν ο μεγάλος μου αδελφός, ντυμένος με τα ρούχα του στρατού, που είχε έρθει με άδεια. Καμάρωνα που είχα αδελφό τόσο μεγάλο, και μάλιστα φαντάρο, με τα άρβυλά του, τη ζώνη του, τον μπερέ του. Τσιγκλούσα τον Μούλη:
– Άκου βαριά φωνή ο αδερφός μ’, σαν αεροπλάνο.
– Ου θκος μ’ ου μπάρμπας κάν’ σαν αυτουκίνητου, βουουου, και μιμούνταν τον ήχο του αυτοκινήτου ο Μούλης.
– Ναι αλλά τ’ αεροπλάνο βάζ’ πιο πουλύ, επέμενα.

Το σπίτι του Μούλη ήταν το τελευταίο στον πέρα μαχαλά και για να έρθει στο δικό μου έκοβε δρόμο μέσα από τα χωράφια, ενώ απέφευγε και τα σκυλιά από την κανονική στράτα. Κατέβαινα να τον προϋπαντήσω στη βρύση που τη λέγανε Κατούρα, για το λίγο νερό που κατέβαζε σαν κάποιος να κατουρούσε.
Το απόγευμα μιας Κυριακής που δεν είχαμε μάθημα, πάλι εδώ συναντηθήκαμε να παίξουμε. Βουτήξαμε τα κεφάλια μέσα στην λεκάνη της βρύσης που έπιναν τα ζωντανά νερό, να δούμε ποιος αντέχει περισσότερο στο κρύο ή στο κράτημα της αναπνοής. Ανεβήκαμε στις μπιστιργιές και σερνόμασταν στον κατήφορο με τον κώλο, ποιος να πάει μακρύτερα και γρηγορότερα. Ξεκουραστήκαμε στο οριζόντιο κλωνάρι της  βακούφικης γκορτσιάς με τον χαμηλό κορμό, που από τη μία μεριά έβλεπες κι ακουμπούσες με τα πόδια σου τα χόρτα κι από την άλλη –«μην κοιτάς ντιπ κατ’ εκεί»– γκρεμός και μπιστιργιά. Λέγαμε ύστερα διάφορα, καθισμένοι στο χώμα, όταν φτερούγισε μια καρδερίνα, με τα πολλά χρώματα στα πούπουλα και στα φτερά της, πέντε μέτρα παρακάτω, στάθηκε στο αυλάκι του νερού που ερχόταν από τη βρύση να πιει να ξεδιψάσει. Πήρα μια πέτρα, σαν αυτές που αφήνουν στον τόπο ακόμα και γάιδαρο και την σημάδεψα. Την ώρα που σήκωνε το κεφάλι να καταπιεί την σταγονίτσα της, την πέτυχε η πέτρα και την έλιωσε.
Ανεβαίνοντας την πλαγιά από τον Κατούρα προς το σπίτι μου τραγουδούσαμε:

               Πάμε πού πάμε
               λάχανα να φάμε
               και πίσω να γυρίσουμε
               κορίτσια να γαμήσουμε
και συνεχίζαμε:
               Γιάννηνα, μωρέ, Γιάννηνα
               να μην πας για λάχανα
               να μην πας για λάχανα
               και μας φέρεις βάσανα
               να μην πας κι για πουρνάρια
               κι σι σκώσουν τα πουδάρια
Τραγουδούσαμε και χαιρόμασταν και γελούσαμε με τη χάρη και την ανεμελιά των έξι, εφτά χρόνων μας.

Την άλλη μέρα, στο διάλειμμα, περνούσαν οι χωριανοί εν πομπή στον δρόμο, να ξεπροβοδίσουν, όπως το είχαν συνήθειο, τον Νάσιο που πήγαινε φαντάρος.
– Άντε πηγαίντε και σεις, να μαθαίνετε. Μεθαύριο θα πάτε και σεις φαντάροι, μας παρότρυνε ο δάσκαλος.
Έφτασαν στο μπουντσόχωμα, στο ύψωμα που ήταν ο τόπος του αποχαιρετισμού. Τον χαιρέτισαν πρώτα οι δικοί του και μετά όλοι οι χωριανοί, κατά σειρά ηλικίας ένας ένας. Όταν ήρθε η σειρά μου, με ρώτησε ο Νάσιος:
– Τι θέλτς να σι φέρου απ’ του στρατό;
Αιφνιδιάστηκα από το αναπάντεχο δώρο και πριν προλάβω να σκεφτώ, συμπλήρωσε:
– Άντε καλά, θα σι φέρου ματογυάλια.
– Ιγώ θέλου να μι φερς μουστάκ’, μπήκε στη μέση ο Μούλης που ακολουθούσε στη σειρά.
– Εντάξ’, θα σας φέρου και τς δυο και μουστάκ’ και ματογυάλια, είπε και ξεκίνησε.
Τον ξεπροβοδίσαμε όλοι με τα μάτια μέχρι που δεν φαινόταν πια. «Πάει, σκαπέτσι ου Νάσιους κατ’ του λάκκου», ακούστηκε ένα γεροντάκι μετά από λίγο, βγάζοντας την καπνοσακκούλα απ’ τα γιλέκια του.

Μετά από κάνα δυο μέρες, δεν φάνηκε ο Μούλης στο σχολείο. Πέρασε μια μέρα, δυο μέρες, μια βδομάδα, δυο βδομάδες, πουθενά ο Μούλης. Αρρώστησε, είπαν, και τον πηγαίνουν οι δικοί του από γιατρό σε γιατρό.
Πέρασε το φθινόπωρο κι ήρθε ο χειμώνας με τα χιόνια που δεν έλεγαν να σηκωθούν. Τα νέα που μαθαίναμε κάθε τόσο δεν ήταν καλά.
Βγήκα ένα απόγευμα, σκασμένος από την κλεισούρα του χιονιού, να πάρω αέρα. Μπήκα στον κοπό που είχαν ανοίξει οι τρανοί με τα φτυάρια. Μόλις που χωρούσα στο πλάτος και μου ερχόταν το χιόνι μέχρι τον ώμο. Περπάτησα καμιά πενηνταριά μέτρα όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με τον Τάσο, ένα τεράστιο κοπρόσκυλο με λανάρια στο λαιμό για να μην τον τρώνε οι λύκοι, αλλά πού να τον βρουν αφού δεν πάει στο κοπάδι του, παρά μόνο χασομεράει και φοβερίζει μικρούς και μεγάλους μέσα στο χωριό; Πήγα να στρίψω αντίθετα, να το βάλω στα πόδια, πρόφτασε όμως και έμπηξε δυο δόντια στο δεξιό κωλομέρι μου.

Την ώρα που περιποιούνταν το τραύμα στο σπίτι οι δικοί μου, ξεψυχούσε ο Μούλης στο νοσοκομείο. Τον έβαλαν σε ένα μικρό φορτηγό με αλυσίδες στους τροχούς και τον έφεραν ως τον Άγιο Γεώργιο, στο διπλανό χωριό, που ήταν ανοιχτός ο δρόμος. Βοήθησαν, κάποιοι Αϊ-Γιωργήτες τους δικούς του μέχρι να βγουν από το χωριό. Στο τελευταίο σπίτι, βγήκε ένας άντρας την ώρα που σφαλνούσε την πόρτα στο μαντρί, με την κουκούλα στο κεφάλι:
– Μήτσιο, καρτέρατι, φώναξε, και τους έδωσε μια τριχιά. Άμα χραστεί να του δέστι. Έδωσε κι από ένα δεκανίκι στον καθένα. Να μη σας φαν τα σκλιά.
Κρατούσε ο πατέρας το μικρό φέρετρο από μπροστά, ανοίγοντας δρόμο στο απάτητο χιόνι, ο θείος του από πίσω, κι από δίπλα η μάνα, πότε να ακουμπάει και πότε να χαϊδεύει την κάσα. Σταμάτησαν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής για μια ανάσα, απόθεσαν την κάσα πάνω στο παγωμένο χιόνι, ξεμούδιασαν λίγο τα χέρια τους να ανοίξουν οι κλειδώσεις.
– Να σταματούμι κάθε λίγο. Μας βαραίν’ ο αέρας κι του χιόν’ στα μάτια, είπε ο θείος και ξεκίνησαν ξανά.
Όταν έφτασαν στη διχάλα με τους δυο δρόμους που πάνε στο χωριό μας, δίπλα στο καραγάτσι, έκαναν μια στάση και συνέχισαν από τον κάτω δρόμο, τον αριστερό, που περνούσε από τα δικά τους βοσκοτόπια, πηγαίνοντας μια ο ένας μπροστά μια ο άλλος.
Στο φρύδι επάνω, εκεί που τελειώνουν τα χωράφια του Αγίου Γεωργίου κι αρχίζουν τα δικά μας, στα προσήλια:
– Κώτσιο, βάλι ν’ κάσα σ’ πλάτη μ’, δέσ’ την γερά μι ’ν’ τριχιά, κλείσι καλά του καπάκ’ μη μας φύγ’, να ’χς ισύ μπάριμ τα χέρια άδεια, μη μας φαν τα σκλια ιδώ στα μαντριά, είπε ο πατέρας, κι έσκυψε, ίσιωσε την πλάτη του, έβαλε ο άλλος το φέρετρο, το σκέπασε καλά, σφράγισε το καπάκι όσο μπορούσε και το έδεσε γερά με την τριχιά, να γίνει ένα σώμα με τον πατέρα.
Προχώρησαν καμιά εκατοστή μέτρα, τους πήραν χαμπάρι πεντέξι μαντρόσκυλα, τους πλησίασαν απειλητικά, αλλά είδαν την μαγκούρα που έσειε ο Κώτσιος στον αέρα και προτίμησαν να γαβγίζουν στο βρόντο από απόσταση. Τους άφησαν στο βάσανό τους όταν έφτασαν κάτω στο λάκκο, αραίωσαν τα γαβγίσματα, σήκωσαν τις ουρές τους κι επέστρεψαν στα μαντριά. Πήραν αυτοί τον ανήφορο –«Κώτσιο, κατέβασέ το να το πάρουμι μαζί τώρα»–, πέρασαν δίπλα από τα αμπέλια, από την εκκλησία της Παναγίας –«Αχ Παναΐα μ’ βόηθα μας»–, είπε ξέψυχα η μάνα, κατέβηκαν στη βρύση Κώστας, κι από εκεί ανηφόρισαν –«άιντι μια ανάσα ακόμα κι εφτασάμι στου σπίτ’».
Βγήκε ο παππούς κι η γιαγιά στη σκάλα.
– Ιδώ βάλτι το του πιδί, είπαν κι οι δυο μαζί κι έδειξαν το δωμάτιο που είχαν ετοιμάσει. Έφυγε ο θείος, ειδοποίησε τους συγγενείς, «τού ’φιράμι του πιδί, έλατι να του κλάψουμι κι να του ξενυχτίσουμι».
Τον έκλαψαν, τον ξενύχτισαν, και το πρωί που χτύπησε λυπητερά η καμπάνα, τον πήγαν στην εκκλησία, έστησαν στη μέση το μικρό φέρετρο, γύρω γύρω τα λουλούδια, κι άρχισαν να έρχονται οι χωριανοί, ο ένας μετά τον άλλον, να ανάβουν το κερί και να σταυροκοπιούνται.
Έλεγε ο παπάς τα δικά του, ο ψάλτης μουρμούριζε κι αυτός ανόρεχτα, έκλαιγαν οι δικοί του αποκαμωμένοι από το πολύμηνο πηγαινέλα στους γιατρούς και στα νοσοκομεία. Οι υπόλοιποι, αμήχανοι και βουβοί, ενώ το περίμεναν, δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς μπορεί να πεθαίνει ένα μικρό παιδί, όταν άλλοι έχουν σειρά.
Μόνο όταν έβγαλε λόγο ο δάσκαλος και είπε :«Μικρέ μου μαθητή...», πήραν φωτιά οι καλαμιές, ξέσπασαν οι γυναίκες σε κλάματα κι οι άντρες, για να μη φανεί η αδυναμία τους, στράβωναν τα μουστάκια και κοιτούσαν άλλος χαμηλά στο πάτωμα κι άλλος στην οροφή τον Παντοκράτορα. Εμείς τα παιδιά, στεκόμασταν στη θέση που μας είχε υποδείξει ο δάσκαλος και κλαίγαμε, άλλος βουβά κι άλλος με λυγμούς.
Εγώ έκλαιγα και σκεφτόμουν τον Μούλη, που δεν πρόλαβε να μάθει την αλφαβήτα και την προπαίδεια, να δει τι έχουν τα κορίτσια κάτω από τα φουστάνια, να φορέσει τα γυαλιά και το μουστάκι που θα μας έφερνε ο Νάσιος από το στρατό, και τώρα θα παν’ χαμένα.
Από τότε, έγειρε το κορμί η μάνα του να τον κλαίει κι έμεινε μ’ αυτό το σχήμα και τα μαύρα ρούχα στην υπόλοιπη ζωή της.

                                                                                                                    14/4/2010
                                                                                                                 Γιώργος Σιώμος


Σημειώσεις:
μπιστιργιά=βραχώδης απότομη πλαγιά
μπουντσόχωμα=τοποθεσία με κόκκινο χώμα
κοπός=μονοπάτι μέσα στο χιόνι
θκος μ’ =δικός μου
βάζ’= βουίζει
σκαπέτσι= κατάπιε (μεταφ. χάθηκε από τα μάτια μας)


Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο κορυδαλλός», εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2012