Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Seamus Heaney, "Ένα σκυλί έκλαιγε απόψε και στο Γουΐκλοου"




στη μνήμη του Ντονάτους Νουόγκα


Όταν οι άνθρωποι έμαθαν για το θάνατο
Έστειλαν στον Τσούκγιου το σκυλί μ’ ένα μήνυμα:
Να τους αφήσει να ξαναμπούν στο σπίτι της ζωής.
Δεν ήθελαν να χαθούν για πάντα
Σαν το καμένο ξύλο που γίνεται καπνός
Ή σαν τη στάχτη που σκορπίζεται στον άνεμο και
      γίνεται ένα τίποτα.
Αντί γι’ αυτό, φαντάζονταν τις ψυχές τους ένα κοπάδι
      στο λυκόφως
Να γυρίζουν κρώζοντας στις παλιές τους φωλιές
Και να καμαρώνουν τεντώνοντας τα φτερά τους, κάθε πρωί.
Ο θάνατος θα ’ταν λοιπόν σα μια νύχτα που την περνάς
      στο δάσος:
Με το πρώτο φως θα επέστρεφαν στο σπίτι της ζωής.
(Αυτά ήταν να πει στον Τσούκγιου το σκυλί).

Αλλά τον θάνατο και τους ανθρώπους το σκυλί τους ξέχασε
Αμέσως σαν ξεστράτισε και όρμησε στο δρόμο για να
      γαυγίσει
Σ’ ένα άλλο σκυλί που μες στο φως της μέρας γαύγιζε
Κι αυτό απ’ την πέρα όχθη ενός ποταμού.

Γι’ αυτό λοιπόν, ο βάτραχος έφτασε πρώτος στον
      Τσούκγιου,
Ο βάτραχος που απ’ την αρχή είχε ακούσει
Τι μήνυμα θα ’δινε ο σκύλος. «Οι άνθρωποι», είπε
(Κι εδώ όσα έλεγε ο βάτραχος γίνονταν αμέσως πιστευτά),
«Οι άνθρωποι θέλουν ο θάνατος να διαρκεί για πάντα».

Τότε ο Τσούκγιου είδε τις ψυχές των ανθρώπων σαν
      πουλιά
Να ’ρχονται προς το μέρος του, μαύρες κηλίδες στο
      ηλιοβασίλεμα,
Και να πηγαίνουν σ’ ένα μέρος χωρίς φωλιές, χωρίς δέντρα
Χωρίς επιστροφή στο σπίτι της ζωής.
Και το μυαλό του πύρωσε και σκοτείνιασε μαζί
Και τίποτα που ίσως να του ’λεγε αργότερα ο σκύλος
Δεν μπορούσε ν’ αλλάξει πια αυτό το όραμα. Μεγάλοι
      αρχηγοί και μεγάλοι έρωτες
Σε σβησμένο φως, ο βάτραχος στη λάσπη,
Το σκυλί να αλυχτάει όλη τη νύχτα πίσω απ’ το σπίτι
      των πτωμάτων.




Από την συλλογή «Το Αλφάδι», Εκδοτική Ερμής, 1999
(Μετάφραση: Θεοδόσης Νικολάου, Σώτη Τριανταφύλλου, Στρατής Χαβιαράς, Μανόλης Σαββίδης)