Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Μια τράπουλα γεμάτη πειράματα και παιχνίδια"





Μια τράπουλα γεμάτη
πειράματα και παιχνίδια

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου
Η τράπουλα του καλοκαιριού
Εκδόσεις Ars Poetica, 2012, σελ. 80


Στην Ελλάδα το καλοκαίρι είναι μια θεότητα εκτυφλωτική και απόλυτη, που δημιουργεί ένα είδος αμηχανίας. Η περίφημη γενιά του ’30 ανέδειξε τους ορίζοντες του θέρους στις πραγματικές διαστάσεις, όχι σαν τουριστική ατραξιόν αλλά σα βαθύτερο μυστικιστικό τοπίο όπου φύση και ψυχή ταυτίζονται σ’ ένα μωσαϊκό ετεροπροσδιορισμών. Όμως θα έλεγα δεν υπήρξε συνέχεια σε αυτή τη σπουδή. Το αστικό περιβάλλον στις επόμενες δεκαετίες υπήρξε πιο δεσμευτικό, το θέρος αποτέλεσε κομμάτι της ζωής στην πόλη, το καλοκαίρι νοήθηκε πάλι σαν ένας κρίκος της αλυσίδας των τεσσάρων εποχών, εποχή ερωτική σίγουρα, σεξουαλική, ταξιδιάρικη, περιπετειώδης− αλλά έλειψε αυτή η δυναμική οπτική ενός κόσμου τόσο οξυμένου, σχεδόν τρομακτικού, εκεί που η αθωότητα κι η μαγεία συναιρούνται σε μια δυνητική περιδίνηση γύρω από την αληθινή ταυτότητα της ύπαρξης.
Έκανα αυτόν τον πρόλογο, για να μιλήσω για το βιβλίο Η τράπουλα του καλοκαιριού του Δημήτρη Παπαστεργίου, που ανήκει σε αυτή την κατηγορία των δημιουργών που είναι δέσμιοι της καλοκαιρινής θεότητας. Υπάρχει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου σε αυτό το βιβλίο, που όμως συνυπάρχει με μια τάση φιλόδοξη να ανέβει ο πήχης κι η σύνθεση να αναμετρηθεί με το σύμπαν της καλοκαιρινής αιθρίας. Η δυναμική της σύνθεσης, το μεγάλο ποίημα, η μεγάλη φόρμα. Αλλά κι ο πειραματισμός με τη μικρότερη φόρμα. Η αναπνοή του κάθε ποιήματος αναζητά την κατάλληλη μορφή. Ένα ευρύ πεδίο μορφικών πειραματισμών. Ο Παπαστεργίου φλερτάρει με όλα τα είδη της μορφής, γιατί θεωρεί ότι έχει να αναμετρηθεί με ένα περιβάλλον τόσο άναρχα και χαοτικά δομημένο, κι από την άλλη τόσο παραστατικό και ερεθιστικό, που στρατολογεί άμεσα τον εαυτό του σε μια διαρκή άσκηση εναρμόνισης μορφής και περιεχομένου. Το όλο εγχείρημα είναι φιλόδοξο και αθώο παράλληλα. Αν γίνουμε αυστηροί κριτές, θα λέγαμε ότι η σύνθεση αναδεικνύει τις υπερβολικές της απαιτήσεις ενώ η πιο μικρή φόρμα βοηθά το ποίημα να διαχειριστεί πιο στέρεα τα υλικά του. Όμως είναι ξεκάθαρο ότι αιωρείται στην ατμόσφαιρα ο πειρασμός της μακριάς πνοής, της ευρύτερης σύνθεσης, της σταδιακής εξάπλωσης σε πιο περίπλοκους και απρόβλεπτους ατραπούς. Οι πειραματισμοί της φόρμας είναι παράλληλα ένα παιχνίδι κι ένας προβληματισμός για τον τρόπο εκφοράς του θέματος. Έτσι δημιουργείται ένα κλίμα ρευστότητας, το νόημα αναζητά διαρκώς τη μορφή, το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει ατελές και αμήχανο.
Όμως υπάρχει κάτι που αφήνει από την όλη διαδικασία μια αίσθηση ευφορίας, μια πραγματική επιβράβευση της προσπάθειας κι αυτό νομίζω είναι η αθωότητα κι η παιδική αφέλεια (με την καλή έννοια) που αναδεικνύονται διάφανα στα ποιήματα. Έτσι, ο Παπαστεργίου, κατά κάποιο τρόπο, θεμελιώνει την όλη προσπάθεια στον πυρήνα της παιδικής παντοδυναμίας, κυρίαρχο στοιχείο της αληθινής λογοτεχνίας. Τι θέλω να πω ακριβώς; Πολλές φορές ο ποιητής είναι ένα παιδί που αισθάνεται παντοδύναμο ότι θα κυριαρχήσει στον κόσμο, θα τον ανακαλύψει, θα τον μετουσιώσει στα δικά του δεδομένα, θα πορευτεί και θα φτιάξει τη δική του πραγματικότητα. Τέτοια παιδιά αρέσκονται να την κοπανάν συχνά από το σπίτι, μόνα τους ή με λίγους φίλους να σκορπάν τις ώρες τους στη φύση, να απολαμβάνουν τη δροσιά της περιπέτειας, να σκαρφίζονται καινούρια παιχνίδια, καινούρια επεισόδια, νέες φάρσες, να φτιάχνουν πρόχειρες κατασκευές που τις θεωρούν μαγικές. Συνήθως τέτοιες κατασκευές την άλλη μέρα είναι διαλυμένες από τον άνεμο. Εδώ η «τράπουλα του καλοκαιριού» είναι ένα παιχνίδι, μια συρραφή τρυκ και κατασκευών, μια χαριτωμένη και αθώα επιχείρηση σύνθεσης μεγαλόπνοων αποστολών, με στόχο τον έρωτα και το καλοκαίρι. Οι διακοπές του θέρους αυτονομούνται, γίνονται ένα προσωπικό σύμπαν, μια σημειολογία ζωής.
Το βιβλίο κερδίζει από την αίσθηση της παιδικότητας, της αγνότητας, του ανολοκλήρωτου, του λάθους. Επειδή προσωπικά είμαι ταγμένος με τρόπο θρησκευτικό σε ποιητές όπως ο Ελύτης (παιδική παντοδυναμία), πεζογράφους όπως ο Παπαδιαμάντης (μεσογειακή φύση), ξένους συγγραφείς όπως ο Γκόμπροβιτς (το θέμα της ανωριμότητας), βρίσκω την ατέλεια αυτού του βιβλίου ως μεγάλο προτέρημα, ένα βιβλίο απολαυστικό. Υπάρχει κάτι μαγικό. Κι αυτό είναι το ζητούμενο. Υπάρχουν ποιήματα αρκετά μεστά και ολοκληρωμένα όπως το «Βέροια, Κυριακή πρωί» όπου ο χρόνος και ο χώρος ρευστοποιούνται, η «Μεταμόρφωση» με την ιστορία της ενηλικίωσης μιας κοπέλας που παράλληλα αποτελεί ένα σχόλιο γύρω από τη ρευστότητα της μορφής, το «Ερωτικό έργο αναρριχώμενο» με την ανανταπόδοτη ερωτική προσμονή, το «Χταπόδι» με θέμα την ηθική αποκατάσταση της αλήθειας της φύσης, − αλλά η τράπουλα, μαγική όπως είναι, αν την ξεφυλλίσεις διαθέτει και ποιήματα γεμάτα παιδική αγάπη για τη μάνα και τον παππού, νησιώτικα τοπία όπως η Θάσος, η Πάρος κι η Νάξος, δροσερά κορίτσια που γεμίζουν το πλάνο με τη θηλυκότητά τους. Η φύση ηγεμονεύει, ο ήλιος κι η ζέστη σε αγκαλιάζουν. Το γαϊτανάκι της σύνθεσης μπορεί να είναι ασταθές κι ατελές αλλά ξεπηδούν εικόνες που σε σαγηνεύουν. Όσο ξεφυλλίζεις την τράπουλα, μεθάς από ήχους-αισθήσεις-χρώματα. Τα τζιτζίκια βουίζουν, η θάλασσα χαμογελά.

Ιγνάτης Χουβαρδάς


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πόρφυρας» τεύχος 146, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013