Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Κρέμασμα στην κληματαριά"




ΚΡΕΜΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΛΗΜΑΤΑΡΙΑ

Η Μάγδα, που έμενε στο παρακάτω σπίτι, είχε γεννηθεί μερικούς μήνες νωρίτερα από εμένα. Από τη μάνα της βύζαξα το πρώτο γάλα. Μπορεί να ήμασταν συνομήλικοι, αλλά είχαμε, εκτός από το φύλο, κι άλλες διαφορές. Εγώ ήμουν το έκτο παιδί της οικογένειας, αυτή ήταν το πρώτο. Οι γονείς μου ήταν σαραντάρηδες και είχαν βαρεθεί να μεγαλώνουν παιδιά, οι γονείς της ήταν εικοσάρηδες κι άρχιζαν τώρα. Οι δικοί μου έφευγαν ξεθυμασμένοι, οι δικοί της έρχονταν με ορμή.

Παίζαμε στο δρόμο πίσω από το μαγειρειό με την Μάγδα, όταν πέρασε ο Τσεκούρας ο προξενητής – « τι κάντι ιδώ, ρα κουκόνια;» – που όπως κάθε μέρα τον τελευταίο καιρό μπαινόβγαινε στο σπίτι μας. Μπήκε μέσα, έκατσε στην κόχη, παράγγειλε τον καφέ του, είπε τα καλαμπούρια του, αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο τα προνόμια της ιδιότητας του. Έχαιρε εκτίμησης και σεβασμού από όλους, για μένα όμως ήταν ένας ξένος άνθρωπος που άρχιζε να έχει λόγο για οτιδήποτε. Από το ποιον γαμπρό να πάρει η μεγάλη μου αδερφή, μέχρι το πόσα καρδάρια γάλα δικαιούμαστε.
Συνεχίσαμε εμείς το παιχνίδι μας. Ξύναμε κομμάτια ασβέστη από το ντουβάρι και τα τρώγαμε. Μια χαψιά εγώ, μία αυτή. Κάποια στιγμή τα χαλάσαμε στη μοιρασιά και πάνω στον τσακωμό την τράβηξα μερικές κλωτσιές στα καλάμια. Φαίνεται πως το παράκανα όμως, πήγε το είπε στη μάνα της κλαίγοντας, και ήρθε στο σπίτι εκείνη, οργισμένη. Με έπιασε από τα πόδια και με κρέμασε με μια τριχιά στην κληματαριά της αυλής, κι ας ήταν η παραμάνα μου. Όπως ταλαντευόμουν πέρα δώθε σαν ρούχο για στέγνωμα  στον αέρα, περίμενα τη συμπαράσταση της μάνας μου. Αυτή όμως – «ε μα πιδί είνι τι να του κάμου;» – αμύνονταν παθητικά μπροστά στην επιθετικότητα και την ορμή της μάνας τής Μάγδας, που νικήτρια έβαζε τη μια γροθιά της πάνω στην άλλη «να, να» και «σπλίν, σπλίν», θριαμβολογούσε που με έβλεπε κρεμασμένο σαν λουκάνικο στο μπαλκόνι τα Χριστούγεννα.
Δεν με υποστήριξε η μάνα μου, όπως υπολόγιζα. Για να μην «χαλαστεί» με τη γειτονιά, είπε αργότερα, κράτησε μια στάση που με άφησε εντελώς αβοήθητο. Ξαφνιάστηκα, δεν το περίμενα. Πού είναι ο καιρός που κρατώντας μια βέργα στα χέρια φοβέριζα όποιον απερίσκεπτα ερχόταν στο σπίτι με λασπωμένα παπούτσια; «Όξω» του φώναζα με όλη μου τη δύναμη. Έβαζα τάξη και με καμάρωναν που ήμουν τακτικός και φρόντιζα για το ένα και για το άλλο σαν μεγάλος. Πού είναι οι φορές που με παρακαλούσαν να φάω κι εγώ έκανα νάζια; Έπρεπε να το είχα καταλάβει πως κάτι άλλαξε, τελείωσαν οι χάρες, όταν την τελευταία φορά που έκανα τον μουτρωμένο, δεν με ρώτησαν ξανά.
Τώρα κρεμασμένος ανάποδα στην κληματαριά σαν νυχτερίδα, αβοήθητος, χωρίς κάλυψη από τη μάνα μου που πάντα υπέμενε τα καπρίτσια μου, ήμουν έτοιμος να αφεθώ να πέσω για να με προσέξει. Με κράτησε εκείνο το βλέμμα της το σκοτεινό, το αλλιώτικο, που πρώτη φορά αντίκριζα. Με ξεκρέμασε μόνον αφού έφυγε η άλλη. Είπε και κάνα δυο κουβέντες, πως δίνω αφορμή για τσακωμούς με τη γειτονιά και κάτι τέτοια. Με κατέβασε από την κληματαριά, αλλά ένιωσα έρημος και μόνος εγκαταλειμμένος.

Εκεί κατά το σούρουπο, την ώρα που επιστρέφουν τα κοπάδια, έκοβε ο πατέρας μου ξύλα για τη σόμπα, σε μιαν άκρη της αυλής. Παρακολουθούσα κι εγώ.
– Καλύτερα να κοιτάς ικεί που χέζν’, παρά ικεί που κοβν’ ξύλα, μου λέει. Θα πιταχτεί κάνα πιλικούδ’ κι θα σι βγάλ’ τα μάτια.
Ακούγονταν τα κουδούνια και τα κυπριά από τα γιδοπρόβατα του μπαρμπα-Μήτσιου που τα έφερνε από τη βοσκή. Βγήκαν τα εγγόνια του να τον προϋπαντήσουν, με τις φέτες του ψωμιού αλειμμένες με λάδι και ζάχαρη, στα χέρια. Ο Λιάρης, ο σκύλος μας, κουνούσε την ουρά του δίπλα μου. Πλησιάζει σιγά σιγά τον εγγονό που έχασκε τα γιδοπρόβατα του παππού και, με μια επιδέξια κίνηση, του βουτάει τη φέτα από τα χέρια, χλαπ, και την καταβροχθίζει στο φτερό. Έβαλε τα κλάματα το μωρό, τρέχοντας στον μπαρμπα-Μήτσιο για παρηγοριά.
– Ε, Νικουλάκ’, του σκλι κάθι μέρα τρώει τς φέλκις απ’ τα πιδιά, λέει στον πατέρα ο ήρωας και τραυματίας της Μικρασίας, μπαρμπα-Μήτσιος, που τρύπησε μια σφαίρα την κοιλιά του και το κατάλαβε όταν τα άρβυλά του είχαν γεμίσει αίματα, στο μακρινό Εσκί Σεχίρ.
Εκείνο που πιο πολύ με παραξένεψε, όταν μας έδειξε το τραύμα, δεν ήταν το σημάδι που άφησε η σφαίρα, αλλά η κάτασπρη κοιλιά του, που δεν την έβλεπε ποτέ ο ήλιος, κάτω από τα γιλέκα και τα σεγκούνια που φορούσε.
– Θα του σκουτώσου του παλιόσκλου, τρώει κι κότις, απάντησε ο πατέρας μου.

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ακόνισε το τσεκούρι, πήρε τον Λιάρη τον ανυποψίαστο, και τράβηξε δυτικά για το δάσος.
Γύρισε μετά από κάνα δυο ώρες, μόνος του.
– Πού είνι ου Λιάρης ρε μπαμπάκα;
– Του σκότουσα του κουπρόσκλου, το ’κοψα μι του τσικούρ’ χίλια κουμμάτια, τ’ άφκα ψόφιου κι έφυγα.
Στάθηκα παράμερα βουβός κι απαρηγόρητος. Ο Λιάρης έτρωγε τις φέτες από τα χέρια των παιδιών της γειτονιάς, αλλά όχι από μένα. Ήμασταν κι οι δυο του σπιτιού, αδέρφια.
Το απόγευμα, την ώρα που γέρνει ο ήλιος στον Κουτσόραχο και κατακερματίζεται το φως, τότε που θες να κλάψεις χωρίς να ξέρεις το γιατί, τότε που επιστρέφουν όσοι έχουν φύγει, φάνηκε κι ο Λιάρης να έρχεται από δυτικά, με όλα τα κουρέλια στο σπίτι του σφαγέα του. Κομμένα πόδια, πλευρά, κεφάλι∙ εντόσθια που κρέμονται, αλλού τα μάτια αλλού τα αυτιά. Ένας κιμάς που περπατάει, ένα σώμα καταματωμένο. Μια μέρα ολόκληρη έσερνε το σακατεμένο κορμί του για να διανύσει, μάταια, οχτακόσια μέτρα όλα κι όλα. Ήρθε να ζητήσει για τελευταία φορά έλεος από τον δήμιό του. Με όση δύναμη του απέμεινε, κούνησε την ουρά του, σαν να έλεγε : «Ήρθα, σας αγαπώ, φροντίστε τις πληγές μου». Τον τράβηξε κοντά στα ξύλα, του ’δωσε πεντέξι απανωτές με το τσεκούρι στο καύκαλο, ώσπου έμεινε για πάντα ασάλευτος. Πρόλαβα να δω την απορία στα βγαλμένα του μάτια. Τον έδεσε με μια τριχιά και σβαρνιστά τον έσυρε καμιά διακοσαριά μέτρα ως τις μπιστιργιές, στον Κατούρα. Τον πέταξε σε μια γούρνα να τον φαν τα όρνια.
– Ως αύριο τέτοια ώρα δεν θα μειν’ τίπουτα απ’ του Λιάρη, Γιώργου.

Δεν μου έφτανε αυτό, όταν γυρίσαμε στο σπίτι, βρήκαμε τον Τσεκούρα να κοπανάει ένα σακί γεμάτο γάτες στον κορμό της κορομηλιάς. Οι γάτες ούρλιαζαν από τον πόνο, γδέρνονταν μεταξύ τους, κι αυτός σαδιστικά, ηδονικά σχεδόν, χτυπούσε με μανία ώσπου δεν ακουγόταν τίποτα. Η αντιπάθειά μου γι αυτόν έφτασε στο κατακόρυφο. Κατάλαβε τα αισθήματά μου, γιατί το σούρουπο της επόμενης μέρας, που έκοβε ξύλα ο πατέρας μου κι εγώ παρακολουθούσα, του λέει:
– Τι του κρατάς αυτό του κουκόν’ κι δεν του κόβς μι του τσικούρ’, ρα;
Ο πατέρας δεν είπε τίποτα και σύρθηκε μέσα μου ξανά το παγωμένο φίδι, εκείνο που είχε πρωτομπεί στο κρέμασμα στην κληματαριά, εκείνη η εγκατάλειψη, η ερημιά. Η εικόνα του κατακρεουργημένου Λιάρη στοίχειωσε το μυαλό μου, την ψυχή μου. Μαζί με αυτόν χάθηκε κι ένα κομμάτι από μένα. «Μήπως θα έχω την τύχη του;» Ένα ρίγος με τύλιξε, μια ανατριχίλα∙ σκοτείνιασε μέσα μου και γύρω μου.

Γλίστρησε ο Τσεκούρας, αθόρυβα, όπως νύχτα που έρχεται, πίσω από τα μαντριά. Τότε φάνηκε από την άλλη μεριά ο ταχυδρόμος, καβάλα στο κόκκινο άλογό του. Ποτέ δεν ερχόταν τέτοια ώρα. Τι συνέβη άραγε; Μήπως τον έστειλε ο Τσεκούρας; Τα είχε καλά αυτός με τις αρχές στον Άγιο Γεώργιο: με την αστυνομία, με τους ταχυδρόμους, με τους μπακάληδες, με τους σιδεράδες, με τους ράφτες, με τον ντραγάτη, με τους παπάδες, με όλους. Κατέβηκε από το άλογο ο ταχυδρόμος, είπε κάτι κουβέντες με τον πατέρα μου ψιθυριστά, με τρόπο που να μην ακούω, του έδωσε έναν φάκελο και έφυγε πάλι, σκιά, καβάλα στο άλογό του.
Όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Περίμενα άγρυπνος τον πατέρα μου να έρθει με το τσεκούρι να με κόψει.

Γιώργος Σιώμος, 3/3/2010




Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο κορυδαλλός», εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2012