Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Άννα Αχμάτοβα, "Ρέκβιεμ"


(Nathan Altman, "Portrait of Anna Akhmatova", 1914)


                  Όχι, δεν ζήτησα τον ξένον ουρανό,
                  ούτε φτερούγας ξένης προστασία –
                  ήμουν με τον λαό μου τότε εδώ
                  όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία.

[1961]


                              ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Στα φοβερά χρόνια της γιεζόφσινα, πέρασα δεκαεπτά μήνες περιμένοντας στην ουρά, μπροστά στις φυλακές του Λένινγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με «αναγνώρισε». Τότε μια γυναίκα που στεκόταν πίσω μου και δεν είχε ακούσει βέβαια ποτέ της τ’ όνομά μου, ξύπνησε απ’ την άκαμπτη νάρκη όπου πέφταμε όλοι μας και με ρώτησε με τα μελανιασμένα χείλη της, σκύβοντας στ’ αυτί μου (εκεί, όλοι μίλαγαν ψιθυριστά):
    – Κι αυτό, μπορείτε να το περιγράψετε;
    Κι εγώ της είπα:
    – Μπορώ.
   Τότε, κάτι σαν χαμόγελο γλίστρησε πάνω σ’ αυτό που ήταν κάποτε το πρόσωπό της.

1η Απριλίου 1957,
Λένινγκραντ



                                    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ήταν τότε που μόνο ο νεκρός χαμογέλαε κι όταν
τη γαλήνη απολάμβανε. Κι άχρηστη σαν κατιμάς
όλη η πόλη του Λένινγκραντ ταλαντευόταν
στις υγρές φυλακές της σιμά.
Κι ήταν τότε που πια απ’ το μαρτύριο τρελές και χαμένες
των κατάδικων βάδιζαν κιόλας οι φάλαγγες. Στη διαπασών
όλο σφύριζαν σύντομα χαίρε κλαμένες,
οι σειρήνες σφυρίζαν αργά των ατμομηχανών.
Του θανάτου τ’ αστέρια ψηλά ακινητούσαν,
διπλωμένη στα δυο η αθώα Ρωσία καταγής,
με αιματόβρεχτες μπότες καθώς την πατούσαν
και με λάστιχα οι μαύρες οι κλούβες στο φως της αυγής.



                                              1

Συνοδεία σε πήραν καθώς χάραζε η μέρα,
από πίσω σου βάδιζα σαν σ’ εκφορά,
τα παιδιά στο σκοτάδι της κάμαρας κλαίγαν
και στο εικόνισμα στάζαν εμπρός τα κεριά.
Πα στα χείλη σου η ψύχρα της άγιας εικόνας.
Τον ιδρώ του θανάτου στο μέτωπο δεν τον ξεχνώ.
Σαν των δόλιων στρελτσύ 1 τις γυναίκες, πεσμένη στο χώμα,
δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους θα ουρλιάζω κι εγώ.

1935



                                              4

Ποιος να σ’ το ’λεγε τότε που οι φίλοι σου
φιλενάδα τους σ’ έλεγαν κι έτοιμο το ’χες το σκώμμα
κι αμαρτάνοντας πρόσφερες τ’ άλικα χείλη σου,
στη ζωή σου να πάθεις τι σου ’μελλε ακόμα.
Στη ουρά τριακοστή με το δέμα σου
να σταθείς στα Κρεστύ 2 και μπροστά να κοιτάς
και με δάκρυα καυτά, με το αίμα σου,
του χειμώνα τον πάγο να καις, να τρυπάς.
Στο προαύλιο μια λεύκα κουνάει τα κλαδιά λυπημένη
κι ούτε θρόισμα ακούγεται – κι όμως κει στα κελιά
πόσοι αθώοι πεθαίνουν και πάνε χαμένοι…



                                              6

Οι βδομάδες σαν πουλιά πετάνε
τι συνέβη ποιος θα μου το πει;
Πώς σε κοίταζαν στη φυλακή
οι λευκές οι νύχτες, που καταραμένες να ’ναι,
πώς και τώρα σε ξανακοιτούν
με αετίσιο μάτι φλογερό
και για τον ψηλό σου τον σταυρό
και για θάνατο μιλούν.

1939



                                              8

                              ΠΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΝ

Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ’σβησα κι η πόρτα μου ανοιχτή,
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ’ρθεις,
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος που ’χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου,
ώστε το μπλε πηλήκιο 3 στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό,
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

19 Αυγούστου 1939, σπίτι της Φοντάνκα


Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου


Από τη συλλογή «ΡΕΚΒΙΕΜ», εκδ. ΑΓΡΑ 2011

Σημειώσεις
1. Τάγμα του Ιβάν του Τρομερού, προσωπική φρουρά του τσάρου που εκκαθαρίστηκε.
2. Φυλακές του Λένινγκραντ.
3. Στολή των υπαλλήλων της NKVD (Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων), η διαβόητη μυστική αστυνομία της Ε.Σ.Σ.Δ. της εποχής του Στάλιν.