Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Γιάννης Βαρβέρης, "Στα ξένα"




Ο ΕΝΙΚΟΣ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
που αν τους ρωτήσεις απαντούν
και μόνον τ απαραίτητα
σε μια γλώσσα παλιά
ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

Πόσα μπορείς να μάθεις απ’ τα σπαράγματα
των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας.



ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ

«Y a d’ la joie»
Charles Trénet

Τους φίλους σας να σκέφτεστε
χωρίς αιτία και μνήμη, έτσι
ααμίλητους σκυφτούς να περπατούν
έντονα να τους σκέφτεστε να κλαίτε
μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν και δεν ξέρετε
πώς τον κοιτούν τον κόσμο αυτή την ώρα.

Αυτή την ώρα που δεν κάνετε άλλο
παρά μονάχα σκέφτεστε τους φίλους
είναι όπως όταν απερίσπαστοι
ακούτε μουσική:
αλλά όταν σκέφτεστε τους φίλους απερίσπαστοι
χωρίς να κάνετε άλλο
ακούγεται σιγά
μουσική.



ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Άκυρα γράμματα
σκληρά ταχυδρομεία.
Τα χρόνια που έλειψες
δεν ξέρεις ποιοι γεράσανε
και ποιοι γεράσαν.
Τους έκλαψες ερήμην
όλους ανεξαίρετα.
Στα ξένα όλοι μπερδεύονται
και πιο πολύ
η νοσταλγία με το πένθος.

Τώρα που γύρισες
για όποιους δεν βρεις
θλίψη δεν έχεις.
Τους έχεις κλάψει
μ’ όση χαρά δεν έχεις
για όσους βρήκες.



ΤΙ ΝΟΣΟΣ

Τι νόσος
τα μάτια σου να βλέπουν περιβόλια
και να μη φτεροκοπάν

τα γόνατα τα πριν τρεμάμενα
τις γόησσες ν’ αντικρίζουνε
με ήπιο πένθος

εκεί που η θάλασσα μεσημεριάζει μες στο ασήμι
εσύ να τήνε λες
νομίσματα

να ’χει στο στρώμα σου κάθε κορμί
τη γεύση συννεφιάς

κι η συννεφιά να μοιάζει σαν ν’ ανήκει
στη μέρα και στη νύχτα το ίδιο.

Θα ’πιαν πολύ τα αισθήματα χτες βράδυ
και κοιμούνται.



Από τη συλλογή «Στα ξένα», εκδ. Κέδρος, 2001