Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Θανάσης Μαρκόπουλος, "Τέλος εποχής"



ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Γιώργος Ν. Σιώμος
Ο κορυδαλλός
Διηγήματα, «Αλεξάνδρεια», Αθήνα 2012, σελ. 160


ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ο Γιώργος Σιώμος γεννήθηκε το 1949 στη Λόχμη Γρεβενών και σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολή Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης (1967-1971). Εργάστηκε στη ΔΕΗ για τριάντα δύο χρόνια, ενώ από το 1992 ζει στη Βέροια. Ο κορυδαλλός είναι η πρώτη του έκδοση, η οποία έρχεται μάλλον αργά, όσο κι αν οι πεζογράφοι εμφανίζονται συνήθως σε μεγάλη ηλικία.
Η συλλογή, η οποία στον πρόλογό της οριοθετεί το χωροχρονικό πλαίσιο των κειμένων (επαρχία Γρεβενών, 1950-1967), περιλαμβάνει 21 διηγήματα, από τα οποία τα 18 κινούνται εντός του δηλωμένου πλαισίου και τα τρία εκτός. Με άλλους όρους, στα 18 διηγήματα ο ήρωας αφηγητής είναι ανήλικος, παιδί ή έφηβος, ενώ στα υπόλοιπα ώριμος άντρας. Ας δούμε όμως σύντομα τα χαρακτηριστικά του κόσμου που αναπαρίσταται.
Οι βασικές ασχολίες των κατοίκων στην περιοχή Γρεβενών τις δύο πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο είναι αγροτικές και κτηνοτροφικές. Οι δουλειές των αντρών στα κτήματα και τα γιδοπρόβατα είναι σκληρές, χειρωνακτικές, η θέση της γυναίκας υποβαθμισμένη, οι προκαταλήψεις και αναστολές πλήθος, η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα στενή, αν και δεν σπανίζουν οι βάναυσες συμπεριφορές. Είναι ένας κόσμος της φτώχειας και της ανάγκης, συμφιλιωμένος με τη φύση και το θάνατο. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον τα παιδιά ζουν κάτω από τη σκιά των μεγάλων και είναι φυσικό να μιμούνται τόσο τη σκέψη όσο και τη δράση τους. Βόσκουν αρνιά και κατσίκια, τρέχουν στα χωράφια, πηγαίνουν στο σχολείο, κάνουν πλάκες, ερωτεύονται, ελεύθερα μέχρι ασυδοσίας. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των μικρών μαθητών, οι οποίοι στέλνονται από το δάσκαλο στην κατασκήνωση, όπου είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα κι εκείνοι άλλο δεν έχουν στο νου τους παρά πώς θα δραπετεύσουν, μια και, καθώς πολύ σωστά λέει ένας ήρωας, «Ήμασταν ανθρώπ’ κι εγινάμι πρόβατα. Αυτά που έκαμνάμι ιμείς στ’αρνιά τα κάν’ αυτοί σι μας»(σ.54). Αλλά κι όταν πηγαίνουν στο γυμνάσιο, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη: αλλαγές σπιτιών, πείνα, κρύο, δυσκολίες στη μάθηση. Παράλληλα η εφηβεία ξυπνάει εντονότερα τη λίμπιντο και δυσχεραίνει τη θέση τους ακόμα περισσότερο. Όλα αυτά θα τελειώσουν με τον ερχομό των γεωργικών μηχανημάτων και την ενηλικίωση του ήρωα αφηγητή, με το πέρασμα εντέλει σε μια άλλη, βιομηχανική και καταναλωτική πια, εποχή.

Η αφήγηση είναι ρεαλιστική και κατά βάση ευθύγραμμη. Αυτό καταρχήν σημαίνει πως αναπαριστά περιστατικά αληθινά ή, έστω, αληθοφανή και μάλιστα στη φυσική τους τάξη, παρόλο που δεν λείπουν και τα πισωγυρίσματα.
Εντελώς εξαιρετική είναι η περίπτωση του ακροτελεύτιου διηγήματος με τον άνευ νοήματος τίτλο «Ιλιμπούμνιε», όπου όλα κινούνται μέσα στη ρευστότητα και την αυθαιρεσία του ονείρου.
Ορισμένες φορές τα διηγήματα εισάγονται με μια παρατήρηση γενικότερου χαρακτήρα, η οποία ακολούθως στοιχειοθετείται με συγκεκριμένα συμβάντα. Ακόμα, η αφήγηση διανθίζεται με χιούμορ και θυμόσοφες ρήσεις αλλά και στίχους, κυρίως τραγουδιών, ενώ αξιοποιεί και το διάλογο, ο οποίος όμως διεξάγεται στο τοπικό ιδίωμα, παρότι η ίδια ακολουθεί την κοινή νεοελληνική.
Αυτές τις αφηγηματικές τεχνικές βέβαια επιβάλλει το ίδιο το δραματικό υλικό, το οποίο όμως, όντας ηθογραφικό, διατρέχει τον κίνδυνο να εκτεθεί γραφικά, καθώς η ισχυρή νοσταλγία τείνει να το εξωραΐζει και να το καθηλώνει στο παρελθόν, κίνδυνο που δεν αποφεύγεται πάντοτε.
Ο ήρωας αφηγητής πάλι προτιμά να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο κι από διήγημα σε διήγημα φαίνεται να είναι ο ίδιος. Η αναγνωστική εντύπωση είναι προφανής. Τα χαρακτηριστικά του αφηγητή, σε συνδυασμό με τους χώρους, τους χρόνους και τους επανερχόμενους ήρωες, δείχνουν πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, το οποίο αφηγείται γεγονότα που έζησε και σημάδεψαν τη μνήμη και τον ψυχισμό του.
Στις διηγήσεις αυτού του είδους, τις αυτοβιογραφικές, ο αφηγητής, ως γνωστόν, είναι διφυής, καθώς ζει την ιστορία σαν παιδί, αλλά τη διηγείται ως ενήλικας. Η διττή υπόσταση διαφαίνεται στην οπτική του, η οποία άλλοτε διακρίνεται για την αθωότητα και την αγνότητά της κι άλλοτε για την εμπειρία και τη σοφία της.
Η αλήθεια βέβαια είναι πως όλα τα περιστατικά δεν έχουν το ίδιο ενδιαφέρον ή δεν καταφέρνει πάντα η αφήγηση να τους προσδώσει ενδιαφέρον. Στις καλύτερες περιπτώσεις όμως, όταν από το συμβάν αντλείται η μονιμότερη αλήθεια και ο αφηγητής βλέπει πιο πολύ εντός παρά εκτός, τα κείμενα βρίσκουν το δρόμο τους, όπως συμβαίνει λ.χ. στα διηγήματα «Κρέμασμα στην κληματαριά», «Ο Μούλης», «Η κατασκήνωση», «Ερωτικό», «Ο τρόπος του πατέρα», «Ο υποψήφιος», «Η ερημία». Το τελευταίο είναι, νομίζω, ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής και συνιστά ρέκβιεμ μιας ολόκληρης εποχής κι ένα προσκλητήριο νεκρών. Αστός και ενήλικας πια ο αφηγητής, κάθε που επιστρέφει στο χωριό, περνάει από το νεκροταφείο κι ανάβει τα καντήλια των γονιών και των άλλων γνωστών του, ενώ ταυτόχρονα αναθυμάται στιγμές από τη ζωή τους. Στο τέλος φτάνει στο πατρικό του, όπου η ερημιά είναι τόσο εκκωφαντική, ώστε νιώθει την ανάγκη να τηλεφωνήσει στη γυναίκα του, μόνο και μόνο για να ακούσει φωνή όχι ανθρώπου αλλά τη δική του φωνή.
Τέλος ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μοτίβο του κορυδαλλού, δεδομένου ότι επιγράφει και τη συλλογή. Ο κορυδαλλός είναι το πιο χαρούμενο πουλί από όλα όσα φτερουγίζουν στις ιστορίες του Σιώμου, γι’ αυτό προφανώς και ονοματίζει το βιβλίο. Το πουλί αυτό, που άλλωστε υμνήθηκε ιδιαίτερα στην ποίηση, είναι για τον ήρωα αφηγητή σύμβολο ευφορίας κι ανάτασης και ειδικότερα σύμβολο του έρωτα και της ελευθερίας. Όταν ο αφηγητής, ύπτιος στα χόρτα, ονειρεύεται την αυριανή ζωή του με τη μικρή Αντιγόνη, ένας κορυδαλλός πετάει ψηλά και κελαηδάει χαρούμενα, ενώ κάποια στιγμή γίνονται και οι δύο κορυδαλλοί («Ο κορυδαλλός»).
Όταν πάλι, μαθητής γυμνασίου, ερωτεύεται μια μαθήτρια, ένας κορυδαλλός «φτεροκοπάει στο στήθος του», ενώ, όταν εκτίθεται το αίσθημά του, ο ίδιος κορυδαλλός μαραζώνει και σωπαίνει για πάντα («Ερωτικό», σσ. 93,96). Κι όταν τέλος ο αφηγητής επιστρατεύεται αίφνης το 1974, ενώ κουβαλάει σακιά του θερισμού, δραπετεύει από τη σκλαβιά του, «όπως ο κορυδαλλός όταν ψηλά πετά» («Ο έγκλειστος», σ.139). Ευλόγως λοιπόν το πετούμενο αυτό ανεβαίνει στον τίτλο, αναδεικνύοντας τις ευτυχείς στιγμές τόσο του έρωτα όσο και της λύτρωσης από την ανάγκη.

Θανάσης Μαρκόπουλος



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μανδραγόρας", τεύχος 49, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2013