Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Κωνσταντινίδης, "Μικρό αφιέρωμα"



*
Όταν πάρουν τη συλλογή μας,
το πρώτο που θα κάνουν είναι
ν’ αναζητήσουν δάνεια κι επιδράσεις.
Δανείστηκε από τον Σαραντάρη θα μας πουν
κι απ’ τον Μπεκέ, σαφώς, κάτι έχει πάρει.
Ερωτικός εδώ, κοινωνικός εκεί,
συνέπεια δεν υπάρχει.
Ύστερα πάσχει κι από σύνταξη.
Τέτοια, κι άλλα παρόμοια θα μας πουν.

Γι’ αυτό και μεις προσέχουμε,
δεν στέλνουμε παντού τα ποιήματά μας.
Τα στέλνουμε σ’ όσους δεν διάβασαν Μπεκέ και Σαραντάρη.
Σ’ όσους ακούν το λάλημα του σπίνου τον χειμώνα∙
το τραγούδι της βροχής τη νύχτα
στους έρημους δρόμους της πόλης.


(Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 2», Θεσσαλονίκη 1978)



*
Είμαστε ξερό χορτάρι τώρα,
που πριν καιρό το θέρισαν
και μένει μόνο η καλαμιά.
Στη μέση το χωράφι τούτο
έχει μια χοντρή αγριαχλαδιά.
Φυσάει από το Φαλακρό ο αγέρας και τη ζώνει.
Βγαίνει ο ήλιος από το Κορίλοβο και τη φωτίζει.
Κρύβει τις σαύρες στον τραχύ κορμό της και τα έντομα.
Στήνουν τα μεσημέρια
τσαρδάκι τα σπουργίτια εκεί λαχανιασμένα,
φέρνει ο τσομπάνος το κοπάδι του.
Είμαστε ξερό χωράφι τώρα
μέσα στον Αύγουστο.


(Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 4», Θεσσαλονίκη 1982)



*
Τίποτε άλλο δεν προσμένω τώρα.
Γυρνώ σαν τον συνταξιούχο
που δεν ξέρει τι να κάνει,
πού να πάει,
με ποιον να συζητήσει,
με ποιον να παίξει τάβλι στο ΚΑΠΗ.
Αδιάφορος κοιτώ τα νέα κορίτσια που περνούν
κι ας ήταν άλλοτε το πάθος μου
τώρα τις πόζες όλες φλου τις βγάζει η μηχανή.


(Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 10», Θεσσαλονίκη 1991)



*
Κάποιες ώρες το “γιατί” μεγενθύνεται
κι αδυσώπητη γίνεται μπόρα.
Παίρνει στέγες, σαρώνει τα δέντρα
και ρημάζει τους τόπους.
Δίχως οίκτο των εντίμων τη γη καταστρέφει.
Σβολωμένοι κοιτάμε∙
κάθε πίστη μας μοιάζει
αγελάδα νεκρή σε λασπόνερα.

                                                      22-11-79


(Από τη συλλογή «ΛΗΚΥΘΟΣ», Θεσσαλονίκη 1999)



ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ

Γράφονται οι στίχοι
και κυκλοφορούν οι συλλογές
σαν τα μοντέλα των αυτοκινήτων.
Κι όπως εκείνα ένα δυο χρόνια
πλένονται, σκουπίζονται, κυκλοφορούν
και τα πετούν μετά ή τα πουλούν
μισοτιμής οι κάτοχοι∙
την ίδια μοίρα έχουν οι στίχοι.
Σαν τα παλιοσιδερικά σωρεύονται,
σκουριάζουν από την πολυκαιρία
και την εγκατάλειψη,
άχρηστο υλικό.
Αλλά με τη ντανάλια και το κατσαβίδι
έρχεται πότε πότε κάποιος
και ψάχνει επίμονα στη μάζα των σιδερικών
και βγάζει, ένα γρανάζι, ένα αξονάκι τσίλικο
ή άλλο εξάρτημα,
που έχει ψωμί ακόμα.


(Από τη συλλογή «ΚΑΛΥΚΟΤΟΜΗ», επανέκδοση, Θεσσαλονίκη 2002)



Τα ποιήματα του Νίκου Κωνσταντινίδη είναι σταχυολογημένα από το περιοδικό «Η ΚΟΥΤΣΗ ΜΑΡίΑ», Νοέμβριος 2013, ΤΕΥΧΟΣ Νο 4, όπου ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου ανθολογεί τον ποιητή παραθέτοντας και την εργογραφία του, ενώ ο Γιώργος Κασαπίδης κλείνει το αφιέρωμα σ’ αυτόν τον βετεράνο ακρίτα της Ποίησης με μια κατατοπιστική προσέγγιση στο συνολικό του έργο.
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Δράμα το 1928. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε σχολεία και φροντιστήρια της Δράμας ως το 1999, χρονιά που συνταξιοδοτήθηκε. Έχει εκδώσει 28 ποιητικές συλλογές (όλες αυτοεκδόσεις) ενώ στο έργο του περιλαμβάνονται και αρκετές μελέτες.