Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Το δέντρο και ο άνεμος"



ΛΕΥΚΟ ΜΑΚΟ

Ήταν κοντά μου. Δυο βήματα μόνο
απ’ την καρδιά μου η μακρινή γαλήνη.
Ανόητε θα πει το φως που χύνει
ανάριες στάλες γύρω. Και ματώνω.

Δυο φιλαράκια το άγνωστο, λιακάδα,
καφές, σκαλιά της Πλάκας, στενορρύμια.
Άργησες, γέρο μου, να δεις συντρίμμια
το Παρίσι· ας πάει μες στην ασπράδα

την αέρινη του μάρμαρου να γείρει.
Τόσο απλό να ζεις. Με το λευκό μακό
την άνοιξη να πίνεις. Αχ, το κακό
σ’ ένα γλαυκό βυθίζεις παραθύρι.

Κανείς να πει τη νιότη σου δεν ξέρει.
Μονάχο ήσουν κατασκότεινο αστέρι.



Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Το σπίτι του Παναγία των Βιβλίων.

Αυτός καμπούρης
έρημος
χάιδευε μιλούσε
στα βιβλία που τον τρέλαναν

Είναι κι αυτά ένα πάθος
όπως τ’ αφιόνι όπως ο έρωτας.

Τις νύχτες ξυπνούσε
και τα σκέπαζε δακρύζοντας
στη σκέψη
του θανάτου.
Ονειρευόταν μέρες καλύτερες
μιαν όμορφη απέραντη
βιβλιοθήκη μες στο φως.

Σαν βράδιαζε
τρύπωνε στα σκοτεινά
βιβλιοπωλεία
γυρεύοντας τη δόση του
καθώς παλιά —παιδί— στα υπόγεια
της Βάθης
τη Λιλίθ.

Γλυκές μεταφράσεις της αυγής
στα βλέφαρα που ανοίγαν
να διαβάσουν στίχους
παράδεισων χαμένων.
Κι ο Θάνατος
γελούσε
με όλα τούτα τα βιβλία γύρω του.



ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ

Σίγουρα θα χρειάζεται, αφού μου λείπει·
το θάρρος να ξεκάνω τη ζωή μου.
Όχι τίποτα κύματα ή σάλτα
πολυώροφα μα κάτι ανάλαφρο

σα σιροπάκι· ωστόσο
δραστικό σαν έχιδνα. Βουβό
το σπίτι. Νιώθεις πιο έντονα τη νύχτα.
Κι ανάβεις την TV. Έλα, λοιπόν, τρώγε.

Ν’ αναζητάς μιαν έκρηξη καθώς
ανοίγεις κάθε τόσο το ψυγείο; το θάνατο
που ξέπεσε στη βουλιμία; Πάρε
το υπνωτικό σου δάκρυ.

Αύριο θα πας θα ξαναζήσεις το ίδιο χέρι
να σκιρτά στη φρίκη και τ’ αγέρι.



Από τη συλλογή «Το δέντρο και ο άνεμος», ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 2004

GRAHAM NASH - And So It Goes