Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Μαρία Κουγιουμτζή, "Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο"

(Pablo Picasso, "Les Demoiselles d'Avignon",1907)


Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο

Σκύβει. Τα κόκαλα της πλάτης της ακορντεόν χωρίς ήχο. Ένα νεφρό γουρουνιού μες στα σκουπίδια την κοιτάζει θολό. Το κόκκινο βερνίκι νυχιών δίπλα του δακρύζει. Μασούσε τα πετσάκια γύρω απ’ τα νύχια της ώσπου τα μάτωνε, έτσι που τ’ ακροδάχτυλα έμοιαζαν να φορούν κόκκινα φουλάρια. Κλείνει τα μάτια κι ακούει το μουγκανητό του ζώου χωρίς νεφρό, ζώο κι αυτή με φούστα και πόδια μέσα σε ξεχαρβαλωμένα πέδιλα. Πριν μια ώρα σ’ ένα κρεβάτι χωρίς τη φούστα. Μια κοιλιά ιδρωμένη την πίεζε με λάθος ρυθμό. Τα μπράτσα της σταυρωτά πάνω  στο πρόσωπό της με τις μασχάλες στεγνές. Οι θηλές του στήθους της μαλακές, έγερναν στο πλάι κάθε φορά που οι τσιτωμένες ρόγες του άντρα ξιφομαχούσαν πάνω τους. Στο χαμηλό φως του αμπαζούρ οι κάλτσες της με τους φευγάτους πόντους ντρέπονταν. Χαζές, λέει, χαζές, και κοκκινίζει. Το κάδρο πάνω απ’ το κεφάλι της – ένας γλυκός Ιησούς – σάλευε απ’ τους κραδασμούς του κρεβατιού. Έτοιμος να πέσει κι Αυτός. Όχι, δεν μπορούσε να βοηθήσει.
Υπήρχε κάποιος Πέτρος που δεν ήθελε να τον σκέφτεται, όμως εκείνος άνοιγε την πόρτα, καθόταν απέναντί της και την κοιτούσε.
Δεν ήταν επικριτικός, ούτε καν περίεργος, απλώς της παραστεκόταν. Ένοιωθε πως μπορούσε από στιγμή σε στιγμή να πλησιάσει και να τακτοποιήσει τα σεντόνια. Ακόμα να πιάσει απ’ τους ώμους τον άντρα και να διορθώσει τον ρυθμό του. Κι ύστερα σα να ’χε ολοκληρώσει το καθήκον του έφευγε αθόρυβα.
Κάποτε… πότε ήταν αυτό το κάποτε; Τα μάτια του έδιωχναν όλα τα σκοτάδια. Κάτω απ’ τα δέντρα, δίπλα σε θάμνους, πάνω στην άμμο, με κείνα τα δαμασκηνί χείλη που ακόμα και ο χώρος σίμωνε το πρόσωπο να τα φιλήσει, τότε που οι πλάτες του βυθίζονταν στην ομίχλη και ξεχνούσαν ενώ πίσω του άστραφτε το μαχαίρι, κι η σιδερένια γροθιά υψωνόταν… τότε, κάποτε… πού πλαγιάζει αυτό το κάποτε… όταν ξυπνούσε κρατούσε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια για μερικά λεπτά. Ήθελε να εξοικειωθεί με τον χώρο; Ήθελε να τον στήσει απ’ την αρχή; Ένας στιγμιαίος δισταγμός, μέχρι να σηκώσει το πόδι να πατήσει πάνω του, να τον αποδεχτεί, να μπει στο τυφλό περιεχόμενό του, στο εχθρικό του μάτι.
Άφησέ με να κοιμηθώ σ’ αυτό το πουπουλένιο στρώμα, να ξεκουράσω το μυαλό μου πάνω στο άσπρο μαξιλάρι είχε πει στον άγνωστο άντρα. Όμως δεν υπήρχε χρόνος, το δωμάτιο ήταν νοικιασμένο για μία ώρα.
Για δυο αυγά και μια τυρόπιτα έγινε η ιστορία με τον άντρα.
Κάτω από μια μαρκίζα τρώει την τυρόπιτα και ρουφάει τα ωμά αυγά. Ο άντρας με τα γατίσια μάτια και την ζεστή κοιλιά, της είχε δείξει τις άδειες τσέπες του. Ίσως τώρα να ήθελε μια δαγκωνιά από την πίτα της, μια ρουφηξιά από τ’ αυγό της.
Της άφησε δυο τσιγάρα και τα σπίρτα του. Ανάβει, ρουφά τον καπνό σα να ρουφά όλη τη μυρουδιά της συνουσίας. Την έχει ανάγκη τη μυρωδιά και την γεύση της, την μυρωδιά του κορμιού της, την μυρωδιά της ζωής.
Την είχε παρακαλέσει να του πλύνει το πέος. Μέσα στα χέρια της ήσυχο, υπάκουο ζωάκι. Της ήρθε η διάθεση να παίξει μαζί του, να το τραβήξει απ’ τα μαλλιά, να του γαργαλέψει το κεφάλι. Δεν το έκανε, βιαζόταν γιατί πεινούσε. Πεινούσε και κρύωνε. Μήνες άνεργη. Ολόκληρη τη μέρα την είχε βγάλει στο δρόμο. Τα δέντρα είχαν χάσει τα φύλλα τους και δεν την προστάτευαν. Κι ένα κακό σκυλί ήρθε και της γαύγισε. Είχε μπει σε μια τράπεζα να αφήσει το σώμα της σε μια πολυθρόνα, μα την διώξανε γρήγορα. Εκείνος ο λιγνός υπάλληλος που της έσπρωξε απαλά την πλάτη, της φάνηκε πολύ λυπημένος. Ο τρόπος που την άγγιζε το χέρι του έλεγε πως αυτό γινόταν παρά τη θέλησή του.
Οι άντρες κι οι γυναίκες που κάθονται στα παγκάκια του πάρκου βλέπουν πως δυσκολεύεται να περπατήσει, αλλά κανείς δεν σηκώνεται. Κάποια γυναίκα με μια κοκαλιάρικη γάτα προσπάθησε να της κάνει χώρο. Έχει ριγμένο στους ώμους της ένα κλαρωτό ζακετάκι. Η γάτα παίζει με τα μανίκια. Ένας άντρας με δεμένο χέρι καπνίζει. Του ζητάει ένα τσιγάρο κι εκείνος της δίνει. Σκύβει κι ανάβει από το δικό του. Το πρόσωπο του άντρα θαρρείς και είναι φτιαγμένο από χώμα. Ένα χώμα στεγνό που τρίβεται και πέφτει.
Ο ήλιος μισομεθυσμένος ακουμπάει στα δέντρα, σκοντάφτει στα βουνά, κουτουλάει στα σύννεφα.
Αρχίζει να σιγοβρέχει. Οι τσέπες της δεν έχουν κανένα κλειδί. Παντού κλεισμένες πόρτες. Ακόμα και τα καφέ τραβούν τα τζάμια τους προς τα πίσω να μη τα φτάνει. Να μη βλέπει τα άσπρα φλιτζάνια με το σκούρο υγρό που αχνίζει και την ζαχαρωμένη κρέμα, κι εκείνα τα βουτυρωμένα κρουασάν τόσο μακριά από τα δάχτυλά της.
Κάτω απ’ τη βροχή τα μαλλιά της έσταζαν τα δάκρυά τους πάνω στη μισόγυμνη πλάτη της. Η υγρασία έσπρωχνε τις ρόγες της, να σκίσουν την λεπτή της μπλούζα, να βυζάξουν τον αέρα.
Της φαίνεται πως η καρδιά της δεν χτυπάει. Πού είναι η καρδιά μου, λέει. Μπορώ να ζήσω χωρίς καρδιά;
Έχει ακουμπήσει στην είσοδο μιας πολυκατοικίας.
Μια χοντρή γυναίκα με ένα ξεσκισμένο καπέλο, πιο μουσκεμένη απ’ αυτήν στάθηκε μπροστά της. Κανονικά θαπρεπε να σου δώσω ένα χαστούκι, είπε. Χτύπησε το πόδι της με θυμό. Τα νερά πιτσίλισαν τις γάμπες της. Φορούσε χοντρές κάλτσες γεμάτες τρύπες. Θα ’πρεπε να σε χαστουκίσω, είπε ξανά, κοιτάζοντας τα πόδια της. Είχαν κολλήσει πάνω τους μαύρα κεφαλάκια λάσπης.
Τι θα καταλάβεις, της ψιθύρισε .
Σκατά, είπε η γυναίκα και γύρισε την βαριά της πλάτη. Το καπέλο της ζητούσε απελπισμένα βοήθεια. Σε λίγο στρίμωξε το σώμα της στην διπλανή πόρτα.
Οι δρόμοι άδειοι. Η πολυκατοικία σκοτεινή. Το απέναντι φανάρι ψιλοκουβέντιαζε με την βροχή. Ο Πέτρος είχε αφήσει το χέρι της. Τα πόδια της πρησμένα , η μέση λυγισμένη. Κάποτε ένας αργοπορημένος ένοικος έφτασε. Την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Το σώμα της κινήθηκε προς το μέρος του. Εκείνος ξεκλείδωσε γρήγορα, μπήκε και έσπρωξε την πόρτα πίσω του. Πρόλαβε κι έβαλε το μικρό της δαχτυλάκι. Ο πόνος οξύς αλλά έσφιξε το παγωμένο στόμα. Αφού το ασανσέρ σταμάτησε κάπου ψηλά και ησύχασε, άνοιξε με προσοχή την πόρτα και μπήκε.
Πήρε τα διαφημιστικά φυλλάδια, τα έστρωσε στο δάπεδο, ένα χρωματιστό στρώμα, πρόσωπα γυαλιστερά και κρύα την έδιωχναν, όγκοι από ακατάδεχτα έπιπλα την έσπρωχναν, ξάπλωσε πάνω τους κουλουριασμένη. Τα γόνατα στην κοιλιά, τα μπράτσα στο στήθος. Έφερε το πονεμένο δάχτυλο στο στόμα. Άκουσε το χτύπημα στο τζάμι . Η χοντρή γυναίκα χτυπούσε μαλακά. Τα μάτια της έσερναν όλο το βάρος μιας ξυπόλυτης μέρας. Σηκώθηκε και της άνοιξε. Από μια ξεχαρβαλωμένη τσάντα έβγαλε μια μάλλινη σάρπα και την έστρωσε. Ξάπλωσε πάνω της βογκώντας. Ακούγονταν οι δρόμοι που περπάτησε να διασταυρώνονται πάνω στο σώμα της και να χάνονται.
Καλά έκανα που δεν σε χαστούκισα είπε και την άγγιξε τρυφερά στο κεφάλι. Της έβαλε στο στόμα μια καραμέλα. Μια μικρή ευτυχία. Η ζωή τους κερνούσε ένα βράδυ.