Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο κορυδαλλός"



Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

Από το Φλεβάρη που απολύθηκα από το στρατό, με μια βαλίτσα στο χέρι, ψάχνοντας για δουλειά, κινούμαι στον άξονα Λόχμη-Γρεβενά-Θεσσαλονίκη. Ήρθα χτες βράδυ από την Θεσσαλονίκη, να πάρω τα χαρτιά μου και να φύγω. Πίνω καφέ τώρα με τους γονείς μου κι ετοιμάζομαι να πάω με τα πόδια στις Αμυγδαλιές, να προλάβω το λεωφορείο για τα Γρεβενά κι από εκεί με άλλο για την Αθήνα. Σε δυο μέρες πρέπει να είμαι στο Αλουμίνιον της Ελλάδος, στην Πεσινέ, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Με έχουν καλέσει για συνέντευξη και οι πιθανότητες για δουλειά, πάνω στην ειδικότητά μου, είναι μεγάλες. Εκεί πάνω στους αποχαιρετισμούς, «κι ώρα καλή πιδί μ’», εμφανίζονται τρεις χωριανοί μου, αλαφιασμένοι.
– Πού πας ρα; Δε βλέπς τι γιένιτι; Δεν έχουμι εργάτις. Τα μισάνυχτα μπίτσι ου μπέης του θέρου, ήρθι η σειρά μας. Οι χαμάλδις που έρουνταν τ’ άλλα χρόνια δε θα ’ρθουν φέτου. Είμιστι τρεις κι θέλουμι ακόμα έναν. Άμα φυγς, μας έκαψις.
Κάθονταν σε αναμμένα κάρβουνα.
– Άιντι, άιντι πιε τουν καφέ, σβιντάνιαξτουν μία να πάει κατ’, άλλαξι ρούχα κι έλα. Μη χασουμιράς ντιπ.
«Αμάν!»
Τους έβγαλα ως το δρόμο με την ελπίδα να βρουν κάποιον άλλον στη θέση μου και να μ’ αφήσουν ήσυχο, αλλά μπα, είναι ανένδοτοι. Με το δίκιο τους, βέβαια, αλλά να, άμα ψάχνεις έξι μήνες για δουλειά, βλέπεις φως από μια χαραμάδα και σου την κλείνουν, είσαι σαν λαγός πιασμένος στη θηλιά. Καθώς τους υποσχέθηκα, με βαριά καρδιά «εντάξει», κι απομακρύνθηκαν, είδα απέναντι τον Ψηλέα, έξω από το σπίτι του με το ράδιο στα χέρια όπως πάντα, να με χαιρετάει. Ανταπέδωσα το χαιρετισμό και μπήκα μέσα να αλλάξω ρούχα, να βάλω της δουλειάς και να πάω να τους βρω.
«Αυτό μου έλειπε τώρα. Χαμάλης και μάλιστα, άμισθος! Τι δεν έφευγα πρωί πρωί; Την πάτησα!»
Πέρασα από το σπίτι της Ολυμπιάδας, που έχει εγκαταστήσει ο ΟΤΕ το μοναδικό τηλέφωνο στο χωριό, έστειλα ένα τηλεγράφημα με χίλιες δυο δυσκολίες στην εταιρία ότι «αδυνατώ να παραβρεθώ στην προγραμματισμένη συνέντευξη· μήπως θα μπορούσα να έρθω σε δέκα δεκαπέντε μέρες;» –σιγά μη με ξαναφωνάξουν, το χαβά μου έχουν;– και πήγα να ενσωματωθώ στους αγριεμένους.

Ανεβήκαμε στο τρακτέρ, πήγαμε στο χωράφι που θέριζε η κομπίνα κι αρχίσαμε τη δουλειά. Έσκυψα, λύγισα τα γόνατά μου, ίσιωσα την πλάτη μου, κι απόθεσαν οι δυο ευκαιριακοί σύντροφοι και χωριανοί μου το σακί με το σιτάρι που ήταν στην καλαμιά, ριγμένο από τον εργάτη που τα έδενε ένα ένα πάνω στην κομπίνα και τα τσουλούσε κάτω, μέσα  από ένα κεκλιμένο λούκι. Ανασηκώθηκα βαστώντας το με τις παλάμες μου από τις δυο κάτω άκρες του, προχώρησα προς το μαδέρι που ένωνε το έδαφος με την καρότσα του τρακτέρ, κι άρχισα να το ανεβαίνω προσεχτικά, σαν σκαθάρι ή μυρμήγκι που κουβαλάει πολλαπλάσιο από το βάρος του. Ανέβηκα στην καρότσα και το έριξα στο σιδερένιο πάτωμα. Το ίδιο κάνανε και οι άλλοι, εναλλάσσοντας τους ρόλους σιωπηρά κάθε τόσο, μέχρι που γεμίσαμε την καρότσα.
Ανεβήκαμε κι οι τέσσερις, άλλος στις θέσεις κοντά στον οδηγό κι άλλος στην καρότσα πάνω στα τσουβάλια, και πήραμε το δρόμο για το σπίτι του νοικοκύρη. Φάγαμε σκόνη με το τσουβάλι, μας βάρεσε ο καυτός ήλιος στο δοξαπατρί, κάναμε όμως το τσιγάρο μας και πήραμε μια ανάσα μέχρι που φτάσαμε. Σταμάτησε το τρακτέρ στην πιο βολική για το ξεφόρτωμα θέση, κατεβήκαμε οι τρεις κι ο τέταρτος έμεινε στην καρότσα να σέρνει τα σακιά ένα ένα. Πλησίασα στο σακί που μου ετοίμασε αυτός της καρότσας, το έσυρε προς το μέρος μου, το φορτώθηκα στην πλάτη μου, το κράτησα γερά και προχώρησα προς το κατώι που υπέδειξε ο νοικοκύρης. Έγειρα ελαφρώς μπροστά, έλυσε κάποιος το σχοινί στην κορυφή του σακιού, του έδωσα μια ώθηση από κάτω κι άρχισε το στάρι να χύνεται μαζί με τις σκόνες του πάνω και δεξιά από τον σβέρκο μου στο πάτωμα ή σε άλλο σακί.

Το μεσημέρι, κάναμε ένα διάλειμμα και πήγαμε ο καθένας στο σπίτι του για φαΐ και λίγη ξεκούραση. Ξάπλωσα στο κρεβάτι, στο μεσιανό δωμάτιο, δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο. Φυσούσε δροσερός ο αέρας από το βορρά και μου έπαιρνε την κούραση και το θυμό για την ατυχία που με βρήκε. Ένα τζαμάκι ήταν σπασμένο σε μιαν άκρη του κι είχαν βάλει οι δικοί μου πρόχειρα μέχρι να το αλλάξουν, ένα φύλλο από περιοδικό. Διάβασα:

Έγκλειστος στα κράσπεδα των οδών
εκτινάσσομαι πίδακας
στην αιφνίδια πρώτη ματιά
πέφτω μαραμένο φύλλο

Την πρώτη λέξη «έγκλειστος» την ένιωσα στο πετσί μου και μέχρι μέσα στο μεδούλι.
Άνοιξα ένα βιβλίο, να ξεφύγω κάπως, έπεσα πάνω στο Λάθος, αλλά κι αυτό επέτεινε τα αισθήματα εγκλεισμού καθώς περιέγραφε μια ατμόσφαιρα ασφυξίας και μου επανέφερε στην πραγματικότητα που, όπως συχνά λένε, ξεπερνάει κάθε φαντασία.
Από τις 25 του περασμένου Νοέμβρη, μια εβδομάδα μετά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, που κάποιοι αόρατοι κι ετοιμόρροποι πήραν τα ηνία της χώρας χωρίς να ρωτήσουν κανέναν, πιο ατζαμήδες από τους προηγούμενους, «τώρα θα κάνουν την γκάφα, ύστερα θα την κάνουν», διαχέονταν στην ατμόσφαιρα η ανασφάλεια και περιμέναμε να συμβεί το μοιραίο από στιγμή σε στιγμή. Όπως φοβάσαι, όταν επιβαίνεις σε αυτοκίνητο που οδηγεί αδαής, ή όπως τρέμεις όταν το μικρό σου διασχίζει δρόμο που περνούν αυτοκίνητα, δίχως να κοιτάει δεξιά αριστερά.

Συνεχίσαμε τη δουλειά μας μετά από καμιά ώρα στον ίδιο χαβά. Όταν ανέβαινα φορτωμένος το μαδέρι που παλαντζάριζε σε κάθε πάτημα πέρα δώθε, «τώρα θα πέσ’ ύστερα θα πέσ’», θυμόμουν τον χαμάλη, πριν ένα δυο χρόνια που έπεσε μαζί με το σακί των εκατό κιλών και το μαδέρι.
«Δεν πάτσις καλά» του έλεγε ο τρακτερτζής, ενώ αυτός σφάδαζε από τον πόνο και του είχε κοπεί η ανάσα. Τον κατέβασαν στο νοσοκομείο κι ούτε έμαθα ποτέ τι απέγινε.
Γεμίσαμε κι αυτήν την καρότσα και πήγαμε στο σπίτι να ξεφορτώσουμε, όπου η φιλόξενη νοικοκυρά μάς κέρασε καφέδες με μια πνιγμένη μύγα στον δικό μου, που στάθηκε στον ουρανίσκο· να ξερνάς, να φτύνεις και να ξαναξερνάς.
Πέρασαν άλλες δυο μέρες, φορτώνοντας και ξεφορτώνοντας, κι άρχισα να το παίρνω απόφαση, αφού δεν ερχόταν άλλος στη θέση μου, ότι έχασα την ευκαιρία για μια καλή δουλειά κι ότι θα έμενα στη φάκα για καμιά δεκαπενταριά μέρες τουλάχιστον ακόμα. Εγκλωβισμένος εδώ πέρα, έγκλειστος, έχω παγιδευτεί και δεν ξέρω πώς θα ξεμπλέξω. Άλλες είναι οι έγνοιες και οι προτεραιότητές μου.
Έσπασαν τελικά το σχοινί που ισορροπούσαν οι ετοιμόρροποι, την ώρα που είχαν πάρει τα μυαλά τους αέρα, κι έστειλαν στρατό να χτυπήσει τον Μακάριο στο προεδρικό του μέγαρο. Έβαλαν άλλον στη θέση του, κι άνοιξαν την πόρτα της Κύπρου στους Τούρκους, που περίμεναν υπομονετικά χρόνια και χρόνια –σαν τον δεινό σκακιστή που περιμένει το λάθος του αντιπάλου για να τον φλομώσει στις κατραπακιές–, ποιος καλός άνθρωπος θα τους βοηθήσει να πάρουν τουλάχιστον το μισό νησί.

Πέρασαν ακόμα πέντε μέρες, περιμένοντας τα χειρότερα από μέρα σε μέρα, με τα σακιά των εκατό κιλών να ανεβοκατεβαίνουν στην καμπούρα μου ασταμάτητα. Του προφήτου Ηλιού, γράφει το ημερολόγιο με τα στιχάκια στο πίσω μέρος, που κρατάει με σχολαστικότητα ο πατέρας. Γιορτάζουν οι βουνοκορφές. Ο ήλιος καίει. Κοντεύαμε να γεμίσουμε την καρότσα, στο βακούφκο, κοντά στα νεκροταφεία, στον Αϊ-Nικόλα, όταν ήρθε ο Ψηλέας και μας ανακοίνωσε τα μαντάτα, που άκουσε από το ραδιόφωνο: «Μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο. Κηρύχτηκε επιστράτευση».
Πέντε μέρες χρειάστηκαν οι παίκτες από πέρα, που το δώρο τους αμέσως δεν το πήραν, κράτησαν το μυαλό τους καθαρό και την καρδιά τους κρύα, στο τέλος να χαρούν τη νίκη, κοσκίνισαν τα δεδομένα κι ύστερα όρμησαν σαν όρνια αρπακτικά.
Ανεβήκαμε στο τρακτέρ, πήγαμε στον δικαιούχο του σιταριού και ξεφορτώσαμε. Πέρασα από το σπίτι, έριξα πάνω μου δυο καθαρά ρούχα κι έφυγα για τη μονάδα μου. Ανηφορίζοντας στην πλαγιά, λίγο πιο πάνω από το λάκκο με τα τζίνια, προς τις Αμυγδαλιές, λίγο πιο κάτω από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, σηκώθηκε ένα αεράκι μέσα μου, μια απρόσμενη χαρά, σαν να ήθελα να πετάξω. Έβγαλα μια φωνή και στάθηκα, μονάχα για μια στιγμή, κρατώντας την ανάσα μου, να ακούσω τον αντίλαλο απ’ τα λακκώματα. Λάκισα όπως κορυδαλλός όταν ψηλά πετά.


                                                                                  16/3/2010
                                                                              Γιώργος Σιώμος


Από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σιώμου, "Ο κορυδαλλός",
εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2012