Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Σημείωμα Σεπτεμβρίου 2013


(Γιάννης Τσαρούχης, "Οι τέσσερις εποχές", λεπτομέρεια)

του Ιγνάτη Χουβαρδά

Τα πρόσωπα έχουν βουτηχθεί στο σκοτάδι. Στο βλέμμα κυρίως μια σκληρότητα, έτοιμη να ξεσπάσει, να γίνει μίσος. Δεν υπάρχει καμιά διάθεση για χιούμορ. Καμιά δοτικότητα. Αντί να στρέψουν συγκαταβατικά το βλέμμα στον άλλον, μοιάζουν έτοιμα να δείξουν τον υπαίτιο, τον φταίχτη, όποιον παρεκκλίνει από τον μέσο όρο.
Τα πρόσωπα του φετινού Σεπτέμβρη είναι σκυθρωπά, απρόβλεπτα. Κοιτάνε μέσα τους αλλά όχι τον πόνο του άλλου. Ανακαλύπτουν τα μικρόβια παντού, τα καταδίδουν, τα απολυμαίνουν.
Κίνδυνος, φόβος, ανασφάλεια.
Κάθησα και ξεφύλλισα μερικές καλοκαιρινές φωτογραφίες. Ένα εκκλησάκι της Θεοτόκου με φόντο τη θάλασσα, μια ξεχασμένη επιγραφή στον τοίχο "Παιδικές κατασκηνώσεις Κορέλκο", μια όμορφη παραλία που δεν αξιοποιήθηκε τουριστικά, έναν υπαίθριο πάγκο με καρπούζια-ροδάκινα-πεπόνια-σταφύλια, έναν χωματόδρομο, ένα σπιτάκι λουσμένο στο χρώμα της ώχρας, ένα κορίτσι που φωτογράφισα την ώρα που πλησίαζε σε ένα παραθαλάσσιο καφέ.
Το απόγευμα πήγα να θαυμάσω το ηλιοβασίλεμα, τον μήνα που τα χρώματα έχουν μια όψιμη, γλυκιά καθαρότητα, μια διαύγεια που ορίζει τα όρια της ομορφιάς σ' ένα αόρατο φόντο μικρών θανάτων.
Τα δειλινά του Σεπτέμβρη φέρνουν στο νου μου ποιήματα του Ηλία Λάγιου, τις "Μέρες αργίας" του Διονύση Καψάλη, την "Ωδή στο Φθινόπωρο" του Τζων Κητς. Όμως σήμερα δεν είχα διάθεση να διαβάσω οποιαδήποτε σελίδα. Ακόμα και τα βιβλία θέλουν την κατάλληλη ψυχολογία κι εγώ σήμερα δεν την είχα.
Στο βραδινό δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση ένταση, φόβος, μίσος, ανασφάλεια.
Με πήρε ο ύπνος αργοπορημένα. Ένα όνειρο τότε: "Χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού, εισβάλαν μέσα, ψάχναν τα πράγματά μου. Βρήκαν τη φωτογραφία του κοριτσιού που είχα τραβήξει.
 – Αυτό κύριε, είναι παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
 – Δεν είχα τέτοια πρόθεση.
 – Κι επίσης αυτή η φωτογραφία δείχνει αποκλίνουσα συμπεριφορά.
 – Τι εννοείτε;
 – Έλα βλάκα που δεν καταλαβαίνεις. Φωτογραφίζεις κοριτσάκια στους δρόμους, ανώμαλε.
 – Μα δεν είναι κοριτσάκι, μια όμορφη κοπέλα είναι, τουλάχιστον είκοσι χρονών.
Ψάχνουν με μανία όλο το σπίτι. Βρίσκουν τις σημειώσεις.
 – Κι εδώ, τι έχεις να πεις; ...Ωπ τι γράφεις μάγκα μου. Ένα σωρό λεπτομέρειες από την προσωπική ζωή άλλων ανθρώπων, κι όπως διαβάζω, οι περισσότεροι μένουν στην πόλη μας.
Ήμουν κίτρινος σαν το κερί. Θα με πηγαίναν στο τμήμα, θα με ανακρίναν, θα με διώχναν από τη δουλειά μου, όλα."

...Ξύπνησα κάθιδρος. Βρέθηκα χάραμα στους δρόμους. Σκεφτόμουν πως τα πρωινά ποτέ δε μ’ έθελγαν. Δεν ξέρω γιατί. Είναι το μόνο διάστημα του εικοσιτετράωρου που με απωθεί. Όσο περπατώ, η ένταση του εφιάλτη υποχωρεί. Όμως ο φόβος παραμένει. Η ανασφάλεια παραμένει. Κι εκείνο που μ’ ενοχλεί περισσότερο είναι ότι νιώθω υποχρεωμένος να απολογηθώ για ό,τι με γοητεύει, για ό,τι μου δίνει ζωή, για ό,τι με οδηγεί πιο κοντά στους συνανθρώπους μου.