Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Γιώργος Σταυριανός, "Οι φόβοι του Μεσημεριού"



ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Οι γρίλιες μού φέρνουν την αντηλιά
από το απέναντι σοκάκι,
σιωπή,
ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει,
όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι,
όλα είναι σιωπή
και φόβος,
μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους
μες το καυτό το απομεσήμερο,
με μάτια ορθάνοιχτα
παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.

Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα
η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου.
Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία
ντυμένη στα κόκκινα
και φεύγοντας
ξέχασε πάνω στην καρέκλα της
ένα ματσάκι βασιλικό κι αρισμαρί
που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη.
Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής,
κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη
την περίεργη να το συμμαζέψει,
όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα,
όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.

Οι φόβοι που με κυρίευαν
άρχιζαν πέρα απ’ την κλεισμένη πόρτα του δωματίου,
πιο κει ήταν το δέος,
η άγνοια,
η ακατανόητη πίκρα
που σου άφηνε η ζωή στ’ άπλετο φως του καλοκαιριού,
η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε, μεγάλωνε,
οι αυλές γεμίζανε δροσιά,
οι πόρτες άνοιγαν,
οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν
έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.

Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη
και όταν σε έβλεπα από μακριά
μια χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου,
οι χτύποι της δυνάμωναν
κι όταν πια συναντιόμασταν
τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια
και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη,
ήταν η ώρα που η σκιά
έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου.

Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ.
Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!
Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει
και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι,
μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο
όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό...

ΚΑΤΙΑ ΔΑΝΔΟΥΛΑΚΗ - ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ
Κείμενο, μουσική: Γιώργος Σταυριανός


(Περιέχεται στην ομώνυμη δισκογραφική δουλειά του Γ. Σταυριανού)