Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Σημείωμα Αυγούστου 2013


(Λέντας - Λιβυκό πέλαγος)

33 ΧΡΟΝΙΑ

                                                                            του Βασίλη Δασκαλάκη
                                                                            (στον Νίκο και τον Σπύρο)

«Κύριοι, οι διακοπές μας άρχισαν και θα διαρκέσουν επ’ αόριστον» είπα στους φίλους μου. Ήμασταν στην παραλία, κάτω από το σπίτι του ποιητή Νίκου Ψαράκη. Ήταν 1 Αυγούστου 1980. Γελούσαμε ανέμελα. Βουτιά στη θάλασσα, να παραβγούμε ποιος θα φτάσει πρώτος στα βραχάκια, “κενό-κενό το κέρδισα! Τήνελλα”. Το βράδυ, στο κηποθέατρο «Ν. Καζαντζάκης», ο Σαββόπουλος θα παρουσίαζε τους «Αχαρνείς»! Μα τι ανάγκη είχαμε! Είχαμε τα νιάτα μας, την ομορφιά μας, την αφέλειά μας.
Μετά σκορπίσαμε στους πέντε ανέμους, ο Νίκος στο Ηράκλειο, ο Σπύρος πρώτα Νάπολη λίγο αργότερα Σαλέρνο, ο υπογράφων Αθήνα.
Το ραντεβού ήταν δεδομένο: αν όχι Χριστούγεννα ή Πάσχα, σίγουρα Αύγουστο στο Λέντα. Είχαμε όνειρα (όπως όλοι οι νέοι).
Δεν είχαμε φόβο, ούτε ωριμότητα, λέγαμε : «θα ζήσουμε αιώνια», ύστερα τι μας ένοιαζε; μα φυσικά η ελευθερία!
Ω! η ελευθερία για μας ήταν τα πάντα ...Και να η εισαγωγή στο φανταστικό νόημα του κόσμου, η ωραία εισήγηση του κοινωνιολόγου μας. Τι ζητούσαμε; πώς να βολευτούμε; Ήταν σαν αστείο, εμείς δημόσιοι υπάλληλοι; ας γελάσω!
Ποτέ – jamais των ζαμών, και να τα τώρα ο ένας με τις πιζάμες, ο άλλος με τις γάτες κι ο τρίτος ο καλύτερος με τον Πέτρο...
Πέρασαν τα χρόνια, πέρασε η νεότητα, μόνο ο τόπος μένει ασάλευτος και μας παίρνει γελώντας, ό,τι τόσα χρόνια απλόχερα μας έδωσε.
Οι μενεξεδιές κοπέλλες, τα ωραία κορίτσια, οι αγαπημένες μας
«συμμαθήτριες δεν κατάφεραν να μείνουν συναισθηματικές»*
Θυμάμαι το σπίτι στο χωριό, τις καλαμιές και νομίζω μόνο ο Μοντάλε το περιγράφει ονειρικά.
Θυμάμαι όταν μια χρονιά διοργανώσαμε «Ασκληπιεία» και κάλεσα το Νίκο να κηρύξει την έναρξη, όλο σοβαρότητα είπε: «κηρύσσω...» με κοινό πέντε Έλληνες και 53 τουρίστες... ακόμα γελάμε όσοι επιζήσαμε...
Θυμάμαι, θυμάμαι, μα η μνήμη μάς πρόδωσε όπως οι εφηβικές ρήσεις του τύπου: «θα σ’ αγαπώ για πάντα» ή «έχω ένα αγόρι στο Ρέθυμνο αλλά δεν είναι τίποτα σοβαρό» και μετά τον παντρεύτηκε...
Όταν ένα βράδυ είχαμε χρήματα μόνο για μια μακαρονάδα ο Νίκος έγραψε στο ποίημά του «Τα γκαρσόνια»: στο μοχθηρό το βλέμμα σας μετρώ τη σίγουρη κοινωνική μου καταδίκη!
Όλα, ή σχεδόν όλα, πήγαιναν καλά, είχαν πάρει το δρόμο τους, ώσπου ήρθε η σκληρή χρονιά που έφυγε ο Σπύρος και ωριμάσαμε απότομα, όμως ο δρόμος συνεχίζει, ξέρουμε, δεν υπάρχει επιστροφή.
Εμείς, οι επιζήσαντες στα δύσκολα χρόνια της πλαστής ευμάρειας, τώρα καλούμαστε να δώσουμε ένα όραμα, μια κληρονομιά, γιατί ξέρουμε ότι τίποτα δεν είναι δικό μας, μόνο το δανειστήκαμε και οφείλουμε, το όποιο «κάτι» να το παραδώσουμε αν όχι σε άριστη τουλάχιστον σε καλή κατάσταση.




*στίχος του Γιώργου Μαρκόπουλου