Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Κρυφός κυνηγός"



                  Νοσοκομείο, εν υστερογράφω


-Πάλεψαν και νικήθηκαν. Γιατί εγώ θα νικήσω;

-Ένα πράγμα, απ' το κρύσταλλο της πόρτας,
φαίνεται στο βάθος να διαβαίνει.
Σκιά νοσηλευτών να είναι ή κάτι που μόνο εγώ βλέπω;

-Δεν ήταν αποκριά αυτή, δεν ήταν γλέντι.
"Το χάρο τον αντάμωσαν", έπαιζε το cd στο μηχάνημα
και κλοτσούσαν τα πόδια
και διαβεβαίωναν με αποφασιστικότητα
της παντόφλας οι φτέρνες στο πάτωμα
και διαδήλωναν τα χέρια στον αέρα, και απειλούσαν
και απειλούσαν μαζί τους μερακλωμένοι οι οροί.

-Περνούν επιμελητές και βοηθοί μαζί
και σε ένα λεπτό φεύγουν.
Τι να σημαίνει άραγε αυτό;
Είμαι απολύτως καλά ή δεν έχω καμιά μα καμιά ελπίδα;
-Τα δάχτυλα του γιατρού στο λαιμό μου.
Σκύλοι της Ασφάλειας που ψάχνουν το φονιά.
-Θύμησες με κατακλύζουν συνεχώς
και πρόσωπα, δεκάδες πρόσωπα
που βουβά, αμίλητα, με κατοικούν.
Χαμηλώστε, χαμηλώστε αυτά τα φώτα.
Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη
και περιουσία μου όσοι αγάπησα και όσοι με αγάπησαν.

-Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν
άηχες ουράνιες μελωδίες.
Χιόνι.
Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση.





Από τη συλλογή  "Κρυφός Κυνηγός", Κέδρος 2010. Κρατικό Βραβείο ποίησης 2011.