Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Σημείωμα Ιουλίου 2013



Οφειλή προς την πόλη

                                                                       του Σούλη Λιάκου

Εκπέμπω προς τον αιθέρα, την διαύγεια του κορμιού μου, και την καθαρότητα του νου μου. Ιπτάμενος πάνω από τις στέγες με σταυρωτά τα χέρια σε μια καρέκλα, εντάσσω την πόλη μέσα στην επικράτεια του φωτεινού σώματος μου. Αμέσως βλέπω τους ανθρώπους να δέχονται μια ριπή εσωτερικού σκιρτήματος για μια με δύο ώρες.
Αποδέχτηκα την κοινή δράση, θα πει, έχω ανάγκη να αναδημιουργήσω τον ιστό της πόλης. Επιφορτίζομαι την συμφωνία, σημαίνει να διαχέω στις διαδρομές της πόλης συνειδητή ύλη με την μελλούμενη δράση. Τίποτε δεν θα είναι ίδιο μετά την συμφωνία. Η υπόσχεση ζητά να σαρκωθεί. Η δράση για την υλοποίηση, με μεταμορφώνει, καθώς και τον περίγυρο μου. Η πόλη, ο χώρος, μεταμορφώνονται από την στιγμή της απόφασης και η εσωτερική βεβαιότητα, ή πιθανότητα, γίνονται η οδός της διαδρομής μου.
Η πόλη δημιουργείται και αποδομείται στον εσωτερικό εαυτό μου. Ό,τι βλέπω έξω δημιουργεί χρόνο, επανάληψη, παρελθόν και μέλλον. Ελάχιστο παρών. Ό,τι συναντώ, ό,τι συναλλάσσομαι, έχει την σφραγίδα του παρελθόντος. Οι κινήσεις μου σίγουρες, επαναλήψιμες, στερεότυπες. Το αυθόρμητο νεύμα μετατρέπεται σε αφόρητη επανάληψη. Η επιθυμία για επανάληψη του πρώτου σκιρτήματος, εκφυλίζεται σε πληκτική μίμηση. Τα κτήρια μιμούνται το ένα το άλλο, οι άνθρωποι το ίδιο. Το τελευταίο δεν γνωρίζει τους αισθητικούς λόγους της δημιουργίας του, έτσι απομένει μόνο η υλική του χρηστικότητα. Κανείς δεν ξέρει γιατί μιμήθηκε τον διπλανό του, ο διπλανός τον διπλανό του. Όλοι ψάχνουν το πρωτότυπο και επιλέγουν την μίμηση. Πίσω, δεκαετία 60, ακόμη πιο πίσω, του 50, ακόμη πιο πίσω, τουρκοκρατία. Μεταφερόμαστε σε μια περιοχή με θραύσματα δομικών υλικών. Μουσείο, επιγραφές και προτομές Βεροιοτάδων. Μια προσεκτική ματιά αναγνωρίζει μια αίσθηση στοχασμού. Στην περιοχή του στήθους, κάτι παραχωρεί την θέση σε μια χαλαρωτική διαστολή. Πρόκειται για μια επέκταση του εσωτερικού χώρου. Αναγνωρίζεται μυστικά αλλά σχετικά εύκολα. Αυτό σημαίνει πως επεκτείνεται και ο έξω χώρος. Είναι η στιγμή που το βλέμμα μου χαράσσει και χαράσσεται από το αεράκι της νύχτας, το αμυδρό φως το θρόισμα των φύλλων, ή από τον μακρινό ήχο της τηλεόρασης που έρχεται από ένα ανοιχτό παράθυρο μιας πολυκατοικίας. Είναι η στιγμή που το χαμόγελο της Μ, τα ήρεμα χείλη του Γ, αποκτούν έννομο δικαίωμα και πολιτογραφούνται σκιώδεις κάτοικοι της πόλης. Εγγράφονται στα ληξιαρχικά μητρώα της και η πόλη αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται ανάλογα. Θα έλεγα πως είναι πια υποχρεωμένη να τροποποιηθεί. Καταγράφει τα ημερήσια χαμόγελα τις ημερήσιες λύπες, τις οργές, τις απογοητεύσεις και τις χαρές. Καταγράφει τους στοχασμούς και τις στιγμιαίες δημιουργικές λάμψεις, καταγράφει και τον κατά κεφαλή αριθμό των χαμένων ωρών, των πολιτών της. Καθημερινά τιτλοποιεί τον μέσο όρο και ακολούθως ρευστοποιεί και καταθέτει το υπόλοιπο, στο ενεργειακό της κεφάλαιο.
Αναλαμβάνω τον ρόλο του μετρητή, και του καταγραφέα του πνευματικού της ισοζυγίου. Ρόλος βαρύς και ασήκωτος που τον μοιράζομαι υποχρεωτικά με άλλους.

Καταφεύγω στο βλέμμα της Μ, Κ, Ε του Β, Η, Γ, της Π, των φίλων μου, για να αντέξω το βάρος της χαοτικής φύσης, της αποστολής μου. Μια καινούργια συναισθηματική χαρτογράφηση είναι επιτακτική. Ο μέσα μου χώρος ζητάει επιτακτικά να δραματοποιηθεί. Περπατώ την σκηνή με τις αρχαίες κολώνες, ανοίγω το παράθυρο στο τυχαίο και το υπόγειο με την βαριά μυρωδιά μετατρέπεται σε δίοδο που βγάζει σε ένα μπαλκόνι με απίθανο συνωστισμό αστεριών που συνορεύουν και μπερδεύονται με τα φώτα των οικισμών. Ζητείται επειγόντως πρωινό καταμεσής της νύχτας…