Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Γιώργος Κασαπίδης, "Αντίπερα"



ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΗΤΑ

Ζωή να έχουμε
πέρασαν τέσσερις χειμώνες δίχως χιόνι
δίχως αλάβαστρα στα πέριξ των λιμνών
με πετεινούς αμύητους
πάνω σε βότσαλα υπαίθριων οδυρμών,
με τους αστούς ξενυχτισμένους στην αδιάκοπη ροη
καπνών και προβολέων
ολότελα ιδιοτελείς υπό την σκέπην
αλκοολούχων αποφάσεων της στιγμής
και να σαρκάζει πάνωθέ τους το ηχείο
της φοβερής εκείνης μουσικής
κι όλες οι νότες να σκοντάφτουνε στη ΜΙ
ως να ορθογραφηθεί για την περίσταση
με το μοιραίο ήτα
και ΜΗ τον είδατε το Δημητράκη
το πρώτο παλικάρι της Πετρούσας
να ίπταται εκ δεξιών του Πέτρου
με ασβεστωμένες φλέβες και την όψη
αγάλματος στα μάτια
δίχως τη δύναμη ν’ αντισταθεί
στις άγνωστες προθέσεις της αμφισημίας
τούτου του άτεχνου ποιήματος.



ΤΟ ΔΥΪΚΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Στην ποίηση της ζωγραφικής
Στη ζωγραφική της ποίησης

Κ’ ύστερα θέλω να μιλήσω με εικόνες:
ένα κομμάτι κόκκινο ύφασμα βαρύ που σκίζει
τον καταγάλανο ουρανό της Τροίας του καθενός
κι ο Αχιλλέας κορδωμένος στα χρυσά της νίκης
θριαμβευτής, σχεδόν Φαέθων πριν την πτώση,
με το άρμα του ψηλά πάνω απ’ τα σύννεφα
( δεν άντεχε πολύ τη γήινη σκόνη
μήτε και τη θνητότητα εκ της φτέρνας ).

Κ’ ύστερα θέλω να μιλήσω με τις λέξεις:
ταξιανθία, ενάλιος, γνώση, αγέρας, αγναντεύω
πριν σβήσουν εντελώς οι αγιογραφίες
της μνήμης, της Αγια Σοφιάς, των μοναχών του Όρους…
πριν μας προλάβει ο στίχος του Σεφέρη: « ένα
παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας ».

Κ’ ύστερα θέλω να προσθέσω ακόμη
την τελευταία πινελιά με τη νιόκοπη φράση
«Υπεραλλωνηγουμαι » και να στήσω το κάδρο
στον απέναντι φρεσκοβαμμένο τοίχο, να διαβάζουν
οι νέοι, ν’ αντικρίζουν, το πρωτότυπο γκράφιτι
αυτό, το δυϊκό συναίσθημα.



Από την ποιητική συλλογή ΑΝΤΙΠΕΡΑ, Τυπωθήτω 2005,
βραβείο ακαδημίας Αθηνών 2006