Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Μαρία Κουγιουμτζή, "Η σιωπή της Σάι"

(Delaroche Paul, "The Temptation of Saint Anthony")

Η  ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ  ΣΑΊ

Μνήμη Νίκου Γ. Πεντζίκη

Καθόμαστε πάνω σ’ αυτό που δεν υπάρχει
ακούμε αυτό πού δεν ακούγεται
Αυτό που ξέρει, δεν λέγεται
κι αυτό που λέγεται, δεν ξέρει

Ποιος μπορεί ν’ ανέβει αυτό το βουνό; Ποιος θέλει να το ανεβεί; Η μικρή Σάι και ο αδελφός της. Απότομο βουνό, άνυδρο, άδενδρο. Την μέρα λιοπύρι, την νύχτα παγωνιά. Φαράγγια σκοτεινά και στεγνά, ο αέρας φίδι που σφυρίζει.
Ιδρώνουν αλλά προχωρούν, παγώνουν αλλά προχωρούν, τους τσιμπούν φίδια, αρουραίοι αλλά προχωρούν.
Δεκαεφτά χρονών η Σάι, δεκάξι ο αδερφός της. Η Σάι άσπρη, μαύρα κυματιστά μαλλιά, μαύρα ολόφωτα μάτια. Ο αδερφός ξανθός, μάτια πράσινες λίμνες. Την αγαπάει και την προστατεύει την αδερφή του γιατί η Σάι είναι μουγκή. Τώρα την συνοδεύει και την οδηγεί ψηλά στο βουνό, σε μια σπηλιά, στον άγιο. Ο άγιος κρατάει όρκο σιωπής, αλλά και να ’θελε σε ποιόν θα μιλούσε; είναι δώδεκα χρόνια που μένει σ’ αυτή τη σπηλιά μέσα στη σιωπή του κι αν ξέρουν ότι ζει ακόμη, είναι γιατί πάνε δυο χρόνια τώρα που άρχισε να κάνει θαύματα. Γι αυτό ανεβαίνουν το βουνό τα δυο αδέρφια. Να προσευχηθεί ο άγιος, να βρει την μιλιά της η Σάι.
Κάποτε φτάνουν. Το φόρεμά της έχει λερωθεί, τα μαλλιά της γεμάτα αγκάθια, όμως η ομορφιά της λάμπει. Ένα μισοξεραμένο δεντράκι με μια κατσίκα δεμένη στον λιγνό κορμό του, τους υποδέχτηκε. Βγήκε σχεδόν γδυτός απ’ τη σπηλιά του ο άγιος. Κόκαλα, άσπρα μαλλιά και γένια, μάτια αετού, βγάζαν κραυγές, μιλούσανε αυτά για κείνον. Η κοπέλα τρόμαξε, βύθισε το βλέμμα της στις πράσινες λίμνες του αδερφού της, που σκιάχτηκε και κείνος, έκανε δυο βήματα πίσω. Αναμετρήθηκαν με τα μάτια. Άγριο ζώο ο ερημίτης, ήμερα ζώα αυτοί. Όταν συνήθισαν την όψη και την μυρωδιά τους κοιτάχτηκαν μαλακωμένοι. Ο νέος γονάτισε στα πόδια του αγίου, τράβηξε και την αδελφή του να γονατίσει, και του ζήτησε να προσευχηθεί γι αυτήν, να της δώσει τη μιλιά της.
Ο γέροντας που ήταν δεν ήταν στα εξήντα του, είχε να δει νέον άνθρωπο κάμποσο καιρό, ξεκούρασε με γλύκα το βλέμμα πάνω τους, χάιδεψε την κεφαλή του κοριτσιού, ανακάτεψε τις ξανθές φωτιές των μαλλιών του νέου και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Πήρε απ’ το χέρι το κορίτσι και μπήκαν στη σπηλιά του. Το παλικάρι έφυγε, θα γύριζε να την πάρει σε μια βδομάδα, γιατρεμένη έλπιζε. Γονάτισαν οι δύο τους και μέσα σ’ άκρα σιωπή προσεύχονταν, έπιναν μόνο λίγο νερό το πρωί απ’ τα φύλλα που πάνω τους σώριαζε τις σταγόνες της η πάχνη. Πέρασαν μέρες. Χλόμιαζε η κόρη, αλλά η ομορφιά της έφεγγε πιο πολύ, χτυπούσε τον άγιο στα μάτια και στο στέρνο. Μπέρδευε τα λόγια του στην προσευχή, το βλέμμα του σκάλωνε στο στήθος της κοπέλας. Τόσα χρόνια χωρίς άνθρωπο και τώρα δίπλα στη νεότητα, στο κάλος, τρεμούλιαζε και ρίγη διατρέχαν το κορμί του. Μα όσα χαστούκια κι αν του ’διναν οι τύψεις του, το ανασηκωμένο στήθος της κοπέλας του ’δινε φιλιά. Μία βδομάδα άντεξε, νύχτα, στον ύπνο της την γύμνωσε, πάλευε το κορίτσι, φωνή δεν έβγαινε, την βίασε με αλλοφροσύνη, με δάκρυα, με κραυγές, ηδονή και πόνος σχίζαν την ψυχή του. Το κορίτσι ξέπνοο, μισόγυμνο, ματωμένο, έσυρε τα πόδια του, έτρεξε μακριά του, κρύφτηκε. Πιο ξέπνοος αυτός έβγαλε φωνή και μίλησε με τον Θεό, συχώρεση ζητούσε, απαλλαγή από το ζοφερό πάθος. Το πρωί την γύρεψε, την βρήκε να κοιμάται σ’ ένα βραχάκι, γονάτισε, της φιλούσε τα χέρια, ζητούσε έλεος, ξύπνησε εκείνη, άρχισε να τον σπρώχνει, ανέτειλε το στήθος της πάνω στην πάλη και κείνος έπεσε πάνω της σαν πεινασμένο ζώο, την γύμνωσε στο φώς και την απόλαυσε μέσα στα δάκρυα τις μουγκές κραυγές, ώσπου η φωνή της βγήκε, ξέσχισε το βουνό και την καρδιά του. Η Σάι μίλησε. Τότε άρχισε να τρέχει σαν τρελή, να κατρακυλάει την κατηφόρα, να πέφτει, να σηκώνεται, να φωνάζει. Εκείνος έντρομος ξωπίσω της, την άδραξε απ’ τα μαλλιά την ώρα που ακούστηκε η φωνή του αδερφού της, ερχόταν, την άκουσε, ήταν χαρούμενος, μιλάς Σάι; μιλάς; φώναζε, σ’ ευχαριστώ άγιε, σ’ ευχαριστώ, κι ο άγιος της έκλεισε το στόμα, μα εκείνη πάλευε, έβγαζε φωνές βοήθειας, το αγόρι ακουγότανε όλο και πιο κοντά, όλο και κοντύτερα, πού είσαι Σάι, Σάι μιλάς; μίλα μου Σάι, Σάι... Τώρα η φωνή του έβγαινε τρομαγμένη, δειλή, κλαμένη, βογκούσε σχεδόν. Σάι, μίλα μου, γιατί δεν μου μιλάς; Κάτι αγκαθωτό γρατζούνιζε το στήθος του. Η πρωινή δροσιά του άφηνε μια καυτερή πάχνη στα μάτια. Σάι πού είσαι; η φωνή λυγμός, κλαψούριζε σαν γατί, χωρίς να ξέρει, μα το αλλόκοτο, το εχθρικό, έριχνε την σκιά του πάνω του.
Σάλεψε το μυαλό του γέρου, όλα θα γίνονταν φανερά, έσφιξε τον λαιμό της κοπέλας, τον έσφιξε, τον έσφιξε, ώσπου έπαψε το κορμί να σαλεύει, το ’συρε πίσω απ’ τον βράχο που πριν λίγες ώρες αυτό το σώμα κοιμόταν ανασαίνοντας, και λούφαξε. Έτρεμε ολόκληρος, φωτιές ιδρώτα κυλούσε στο κορμί, στα μάτια, το μυαλό σφυροκοπούσε, οι σκέψεις του οχιές και τον τσιμπούσαν.
Θαρρείς κι η αδερφή του τον οδήγησε, ο νέος βγήκε μπροστά στον γέροντα κι απόμεινε να κοιτάει άφωνος μια αυτόν μια το συλημένο κορμί. Ούτε που το κατάλαβε εκείνος πότε έσκυψε, πότε το σκέφτηκε να σκύψει, πότε πήρε την κοτρόνα και την κατέβασε με όλη του την ενοχή πάνω στο πρόσωπο του νέου, που ούτε φωνή δεν έβγαλε, λύγισε σαν κομμένο χόρτο κι έγειρε άψυχος στο χώμα. Σαν τρελός έσυρε τα δυο σώματα και τα ’σπρωξε μ’ όλη την ομορφιά τους, να κατρακυλήσουν στο φαράγγι.
Τα βρήκαν οι χωριανοί μετά από βδομάδες μισοφαγωμένα απ’ τα πουλιά κι από τ’ αγρίμια. Δεν πήγε ο νους τους στον άγιο, αλλά φτάσανε ως την καλύβα του να τον ρωτήσουν, και τον βρήκαν χτισμένο ως τον λαιμό με ξερολιθιά. Μόνο το στόμα του για ν’ αναπνέει ήταν ελεύθερο. Κατάλαβαν πως μόνος του είχε κτιστεί για τιμωρία, δεν ήξεραν, δεν ρώτησαν…υποψιάστηκαν μονάχα.

Πέρασαν χρόνια, ο άγιος εκεί, χτισμένος, πήγαιναν οι χωριανοί με εντολή του παπά τους, του έδιναν νερό και γάλα για να μην πεθάνει. Όχι από λύπη, για τιμωρία, να εκτίσει την ποινή στην κόλασή του. Μέσα στις ακαθαρσίες και στη βρώμα του, υπέμενε την αυτοτιμωρία του, προσευχόταν ζητώντας συχώρεση που δεν έλπιζε να ερχόταν ποτέ.

Στο χωριό έπεσε ξηρασία, δεν έβρεχε, χάνονταν σπαρτά, πέθαιναν ζώα, ένας αέρας έγδερνε την στεγνή γη σωριάζοντας τη σκόνη μες στα σπίτια. Έκανε λιτανείες ο παπάς, καλέσανε ως και τον δεσπότη, τίποτα, άρχισαν να πεθαίνουν παιδιά. Αρρώστιες θανατηφόρες, σκότωναν και τους μεγάλους. Το χωριό πήγαινε για αφανισμό. Τρεις νύχτες ο παπάς είδε το ίδιο όνειρο. Το είπε την Κυριακή στην εκκλησία. Φώναξαν, απείλησαν, καταράστηκαν, τελικά συμφώνησαν. Όλοι μαζί ανέβηκαν το βουνό γκρέμισαν την ξερολιθιά και ελευθέρωσαν τον γέρο. Κόκαλα, πέτσα, και δυο φωτιές στα μάτια εκείνος. Το σώμα γεμάτο φλύκταινες και όζους. Τον τάισαν, τον πότισαν, του εξήγησαν. Δεν ήξεραν αν καταλάβαινε. Τον πήγαν σηκωτό στο χωριό, τον πλύνανε, τον ντύσανε με άμφια, του βάλανε το λάβαρο στο χέρι, τον σήκωναν δύο στο φορείο του, τόσο λαφρύς ήταν, πίστευαν πως αν δεν τον κρατούσαν τα βαριά εκκλησιαστικά του ρούχα, θα ανυψωνόταν σαν μπαλόνι. Ακολουθούσε την λιτανεία το χωριό, δεσποτάδες και παπάδες από τα γύρω μέρη, με προσευχές και ύμνους. Τα πόδια των πιστών χτυπούσαν με ρυθμό το ξερό χώμα, η σκόνη τους τύλιγε, μοιάζανε με αγρίους. Δεν πρόλαβαν να κάνουν τον γύρω του χωριού και μια ποτιστική  βροχή άρχισε να πέφτει στο διψασμένο χώμα. Ένας χαϊδευτικός αέρας φούσκωσε τα λάβαρα και τα άμφια των δεσποτάδων. Το χωριό σώθηκε.

Αργότερα είδαν την πηγή που ανάβλυσε από τον τάφο της Σάι και του αδελφού της. Αναβλύζει ακόμα. Τα κόκαλα του αγίου ευωδιάζουν κλεισμένα σ’ ένα κασελάκι, στα πόδια των αθώων παιδιών. Λέγεται πως όσοι δεν έχουν μιλιά, αν πιουν νερό απ’ την πηγή, ξαναβρίσκουν τη φωνή τους.

Την ιστορία αυτή διηγήθηκε ο Π, ένθερμος λάτρης και γνώστης της ορθοδοξίας, στον μαθητή του, φοιτητή και εραστή της αστροφυσικής, είτε την διάβασε από τον συναξαριστή, είτε την επινόησε, θέλοντας ίσως να πει, ότι τα όρια του ανθρώπου στο καλό και στο κακό είναι απεριόριστα. Όπως απεριόριστο είναι και το έλεος του Θεού.
Αφού θαύμασε, γοητεύτηκε ο μαθητής, ύστερα τον έπιασε θυμός. Και η Σάι; Ο γέροντας πλήρωσε την πράξη του, αλλά αυτό δεν αφορούσε την Σάι. Η νέα υπέστη κάτι που δεν μπορούσε να  αναιρεθεί. Αυτό που είχε συμβεί, ο τρόμος που δεν μπορούσε καν να εκφραστεί, η άηχη κραυγή της που τελικά ξέσκισε τον εγκέφαλό της και βγήκε, παρ’ όλο τον τρόμο της, τής χάρισε μερικά  δευτερόλεπτα ευτυχίας όταν την άκουσε, ακόμα κι αυτά της τ’ άρπαξε μαζί με την τελευταία της πνοή η ενοχή του γέρου. Πνίγοντάς την της σταμάτησε την φωνή, όχι την καρδιά, εκείνη αργότερα.
Ο φοιτητής άκουγε τη φωνή της νέας να πλανιέται χωρίς βοήθεια σ’ ένα ανελέητο και ανάλγητο σύμπαν. Όπως συμβαίνει κάθε μέρα με τους αθώους, τους ταπεινούς της γης. Ποιος δημιουργός αντέχει όλο αυτό το αίμα και μάλιστα το απαιτεί σ’ όλες τις θρησκείες; Θυμωμένος ένιωθε πως υπήρχε σ’ αυτό κάτι το αμετάκλητα λανθασμένο.
Αν σύμφωνα με τις θεωρίες της σύγχρονης Φυσικής, σκέφτηκε προσπαθώντας να παρηγορηθεί ο φοιτητής, υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα, τότε σ’ ένα απ’ αυτά η Σάι είναι ο άγιος και ο άγιος η Σάι. Με αυτή την οπτική, η φωνή της Σάι βρίσκει την ομιλία της στον δικό της σύμπαν. Η Σάι μιλά.

Όμως ζούμε σ’ αυτή την γη με τους νόμους του Νεύτωνα, είπε σφίγγοντας τα δόντια του ο φοιτητής, κι εγώ θα χαστούκιζα την Σάι αν συγχωρούσε τον γέροντα.

Τι ωφελεί την Σάι που τρέχει το αγίασμα απ’ τον τάφο της και θεραπεύει τις άγνωστες σ’ αυτήν μουγκές; Μια Σάι με λίγη κακία μέσα της θα εύχονταν να έτρεχε δηλητήριο από την πηγή της, ή ένα μουγκατικό νερό να μούγκαινε όσους έπιναν απ’ αυτό. Δικαιούται κι αυτή λίγη κακία απ’ αυτήν που ρέει στο άστοργο σύμπαν.

Ο φοιτητής αποφάσισε να διηγείται την ιστορία βάζοντας ένα δικό του, διαφορετικό τέλος.

Οι χωρικοί είδαν ένα πρωί τον τάφο των παιδιών αναστατωμένο και τα κόκαλα του αγίου πεταμένα και σκορπισμένα έξω απ’ αυτόν. Τα πλύνανε με κρασί και τα ξανάθαψαν στα πόδια των παιδιών. Την άλλη μέρα τα κόκαλα σα να ’φαγαν μια γερή κλωτσιά ήταν πάλι πεταμένα έξω απ’ τον τάφο. Αυτό επαναλήφθηκε και τρίτη φορά ώσπου οι χωρικοί κατάλαβαν, κι έθαψαν τα κόκαλα αλλού.

Κι άλλοτε τον έπιανε μια νοσηρή επιθυμία, (η ιδέα αυτή του έγινε εμμονή βλέποντας στην τηλεόραση τον βομβαρδισμό της πόλης Άγνους, με τα χιλιάδες πτώματα των αμάχων), και συχνά υπέκυπτε σ’ αυτήν, να τελειώνει την ιστορία ως εξής:

Στην επαρχία όπου ανήκε το χωριό ήρθε καινούργιος διοικητής με την κόρη του Σαΐν η οποία φημιζόταν για την ομορφιά και την σκληρότητά της. Ο διοικητής ήταν άθεος και είχε απαγορέψει κάθε είδους θρησκευτικές τελετές, βάζοντας λουκέτο σε όλες τις εκκλησίες. Το διάταγμα συμπλήρωσε η κόρη του: οι παράνομοι θα εκτελούνται με αποκεφαλισμό.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που διώκονταν ήταν κι ο παπάς του χωριού ο οποίος ορκιζόταν πως η κόρη του διοικητή, η Σαΐν, ήταν ίδια η Σάι και είχε την ηλικία που θα είχε εκείνη  αν ζούσε σήμερα.
Η κοπέλα έδειχνε τέτοιο ζήλο στον εντοπισμό αυτών που παρέβαιναν τον νόμο, ώστε όχι απλώς παρίστατο στους αποκεφαλισμούς τους, αλλά συμμετείχε πολλές φορές με ιδιαίτερη απόλαυση, αποκεφαλίζοντάς τους με τα ίδια της τα χέρια. Μετά την αποκοπή τους, τα κεφάλια όλα θύμιζαν το κεφάλι του αγίου.

Όμως κάπου βαθιά, στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακούγονται τα λόγια του Π. ότι οι μοναχοί, ήταν τόσο ευάλωτοι στον πειρασμό, (γι αυτό δεν επιτρέπονταν γυναίκες στο Όρος) που ένας γέροντας εξομολογήθηκε ότι πολλές φορές τα δέντρα τα έβλεπε σαν θηλυκές μορφές και τα αγκάλιαζε.

Ο φοιτητής δεν ησυχάζει. Η αδιαμόρφωτη ουσία της ιστορίας τον απασχολεί. Νοιώθει την Ύβρη να πλανάται. Αναζητάει κάποιο σχέδιο, κάποιο σκοπό και δεν τα βρίσκει.
Ένας δυνατός αέρας φυσάει μέσα στο κεφάλι του αναποδογυρίζοντας τις σκέψεις του. Αλαφιασμένος βγαίνει από το σκοτεινό φοιτητικό του δωμάτιο και προχωράει στις παρυφές της πόλης. Ομίχλη έχει τυλίξει μ’ένα θαμπό τουλπάνι την κατωφέρεια, από το σκοτεινό υφάδι του ξεφεύγουν ψήγματα φωτός. Γυρίζοντας την πλάτη κι ανεβαίνοντας διακρίνει τους σταυρούς του νεκροταφείου. Ένα χέρι νευρικό τον έχει αρπάξει και τον οδηγεί με βιασύνη στο μνήμα των παιδιών. Με τα δάχτυλά του σκάβει τον τάφο και αποκαλύπτει τα δύο αδέλφια. Μένει άναυδος σ’ αυτό που αντικρίζει. Τα δύο παιδιά είναι άλιωτα, ολόκληρο το σώμα, τα ρούχα, τα πλούσια μαλλιά. Και το πιο θαυμαστό, έχουν στραφεί το ένα προς το άλλο, πρόσωπο με πρόσωπο, τα χέρια τους σφιχτοδεμένα κι ένα χαμόγελο χαράζει στα χείλη τους.
Ο φοιτητής απόμεινε άλαλος. Πώς είναι δυνατόν να διαρρήξει κανείς τον τάφο μιας ιστορίας;
Και τότε ξαφνικά  α ι σ θ ά ν θ η κ ε  ότι εδώ δεν επρόκειτο για δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη είναι ανθρώπινο μέτρο και ο κόσμος δεν φτιάχτηκε με ανθρώπινα μέτρα.
Ο Π. του χαμογελούσε. Κατάλαβε πως ο ίδιος έπασχε από ανθρωποδικία ενώ ο Π μιλούσε για Θεοδικία. Και την Θεοδικία μόνο με τον Μύθο μπορούσες να την αισθανθείς. Ίσως η μυθική διάσταση των πραγμάτων να θώπευε την ψυχή.
Κι αυτό του έδωσε γαλήνη. Νόμιζε πως συμβάδιζε με τους άγνωστους νόμους που συγκροτούσαν τον Κόσμο ο οποίος ενώ φαίνονταν πως κινείται ψυχρά και αποστασιοποιημένα, εντούτοις υπέθαλπε κάποιο Σχέδιο. Το αγίασμα απ’ τον τάφο της Σάι ίσως και να υπήρχε. Πράγματι διέκρινε ένα βλέμμα τρυφερότητας και στοργής που έρχονταν από κάπου τόσο μακριά όσο απέχουν οι γαλαξίες μεταξύ τους και συνάμα τόσο κοντά, μέσα μας. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το ζεστό χέρι της Σάι.