Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Ο κάμεραμαν"




    Ο ΚΑΜΕΡΑΜΑΝ

                                        Στη Νίκη από τη Σαμοθράκη

Κάποιες φορές που το καλοκαίρι ντύνεται το φθινόπωρό του, παίρνω στον ώμο μια κάμερα κι ακολουθώ τον ποιητή. Βαδίζει μέσα στον κόσμο ευθυτενής, αρχοντικός, καλοσυνάτος. Δεν βλέπω πρόσωπα στο πλήθος, μήτε κεφάλια, μήτε πλάτες. Μόνο χέρια που παραμερίζουν για να περάσει εκείνος. Αν πατήσω παύση, τα χέρια θα γίνουν λουλούδια λίγο ακριβώς πριν πέσουν με κρότους ιαχών πάνω στα μαλλιά και στους ώμους του. Συνεχίζω να τον ακολουθώ απολαμβάνοντας λίγο απ’ το παρασκήνιο της αίγλης του. Στο κέντρο της εστίασής μου, σταθερά, η καλοντυμένη πλάτη, τα μπρούντζινα μαλλιά και κάποιες γωνίες του προσώπου απ’ όπου ξεχειλίζει το στωικό του χαμόγελο όπως ξεχειλίζει το κρασί απ’ την κανάτα μιας γκαρσόνας που άκουσε μιαν απρόσμενα εύηχη φιλοφρόνηση. Ξαφνικά σταματάνε όλα: οι κινήσεις, οι ιαχές, τα λουλούδια στον αέρα. Μόνον εκείνος κινείται. Γυρνάει στους συντρόφους του και απαγγέλει κάτι μακροσκελές και δύσληπτο. Αδυνατώ να το συγκρατήσω λόγω των απαιτήσεων της εργασίας μου. Αυτό που εκλαμβάνω όμως από το πλήθος είναι μια αμηχανία απαλή σαν ομίχλη. Μια αμηχανία όμοια με του κουταβιού που του μιλάει ένας άνθρωπος κι εκείνο τον κοιτάζει πλαγιάζοντας στον αέρα το κεφάλι του προσπαθώντας να τον καταλάβει. Ο ποιητής σ’ αυτήν την περίσταση απαντά άμεσα μ’ ένα απροκάλυπτα ευγενικό χαμόγελο κατανόησης που η καλοσύνη του φωτίζει άξαφνα τα πρόσωπα όλων των παρευρισκομένων αποκαλύπτοντας την καταγωγή και τον πολιτισμό τους. Το φως καταπίνει για λίγο τον πρωταγωνιστή μου αναγκάζοντας με να κάνω τις αναγκαίες ρυθμίσεις στην κάμερα. Τότε οι κινήσεις του γίνονται κινήσεις πεπρωμένου, θαρρείς αρχαίου δράματος που οδεύει στην λύση του. Πηγαίνει ατάραχος σε μία γωνία κι αρχίζει να γδύνεται κρεμώντας τα μέρη του ακριβού κουστουμιού του στα καρφιά του τοίχου ιεροτελεστικά: Λίγη θάλασσα, ένα σύννεφο, το βλοσυρό φύλλωμα ενός δέντρου, δυο κοσμήματα με βράχους, δίνοντας έτσι ταυτότητα στον χώρο. Μένει μόνο μ’ ένα αρχαιοπρεπές περικάλυμμα μέσης. Μου κάνει νεύμα. Αφήνω την κάμερα και τον βοηθάω να ταιριάξει πάνω του τον χιτώνα και την μακριά χλαμύδα της χλαλοής. Μου το ανταποδίδει βοηθώντας και μένα ν’ αλλάξω· περιμένει να οπλίσω την κάμερα και χωρίς να ξανακοιτάξει στο πλήθος βαδίζει προς την αυλαία που βρίσκεται λίγο πιο δίπλα. Την παραμερίζει και μπαίνουμε σ’ ένα αρχαίο θέατρο. Εκεί περιμένουν άλλοι ποιητές. Με γένια και μαλλιά στο χρώμα του χαλκού, του ασημιού ή της πλατίνας, με χέρια χρυσά ή μαρμάρινα. Είναι ντυμένοι όπως αρμόζει στην περίσταση. Μας καλωσορίζουν. Κουβεντιάζουμε για λίγο ήσυχα. Ξαφνικά σιγή. Πάμε όλοι στις θέσεις μας όπως οι λέξεις στους στίχους μιας επίκλησης. Τα φώτα σβήνουν. Αποθέτω την κάμερα στο πλάι. Ακούγεται φλοίσβος κυμάτων και νεφών. Η παράσταση αρχίζει.



Από τη συλλογή "FUROR SCRIBENDI", εκδ. Ars Poetica 2013
(Η φωτογραφία είναι από την εκπομπή "Παρασκήνιο" της ΕΡΤ)