Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, "Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου"


ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

Ι

Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν    ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς στὴ λύπη του

Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρδος Παραδείσου    Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ – κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπριζαν παράξενα

Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ τοὺς ἀνθρώπους    κι ἔβγανε ἀπ’ ὅλους Ἔναν    ποὺ τοῦ χαμογελοῦσε    τὸν Ἀληθινόν    ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε

Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλίσουν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια    Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ Θεός    κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει

Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν καὶ νὰ φεύγουν    Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ’ ὥρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε λαιμός τοῦ πόντου τόσο ποὺ θολώθη    μὰ δὲν ἔστερξε νὰ τοῦ σταθεῖ

Βαρὺς κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.


II

Θεέ μου καὶ τώρα τι    Πού ’χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει    χώρια μὲ τὴ μοναξιά του    ποιος    αὐτός πού ’ξερε μ’ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλάκερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει    τι

Ποὺ ὅλα του τά ’χαν πάρει    Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσήμερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδηχτὸ βαρκάκι

Καὶ μία φούχτα λουίζα    ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κοριτσιοῦ     μεσάνυχτα    νὰ τὸ φιλήσει    (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ τὴ θάλασσα…)

Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα    Καὶ μήτ’ ἕνας πλάι του    Μονάχα οἱ λέξεις του οἱ πιστὲς πού ’σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς

Καὶ ἀντίκρυ    σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος    μυρμηκιὰ οἱ χυμένες μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του

«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!»    φώναξε κι ὅρμησε μὲς στὸ σωρό    σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη

Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε    ξεκινημένη ἀπὸ μακριά    ἡ στερνὴ χλωμάδα νὰ τὸν κυριεύει.


III

Τώρα    καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγορα    οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατακόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια

Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κάθε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας γι᾿ ἄλλων καιρών    πιὸ μακρινῶν    τὸ εἰκόνισμα

Κόρες παρθένες    φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τους ἕνα θερινὸ ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν σταλάζοντας ἰώδιο    τὰ κλωνάρια

Τοῦ φερναν    Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε    στὴ μεγάλη καταβόθρα νὰ καταποντίζονται    πλῶρες μαύρων καραβιῶν    τ᾿ἀρχαῖα καὶ καπνισμένα ξύλα    ὄθε    μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεομήτορες ἐπιτιμούσανε

Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα    σωρὸς τὰ χτίσματα μικρὰ μεγάλα        θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα

Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του    ἄσπαστη    κειτάμενος

Αὐτὸς
ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!
1969


Από την ποιητική συλλογή «ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ»