Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Νίκος Καββαδίας, "Ένα αθησαύριστο ποίημα"


Στίχοι για τη ζωγραφική σου

                                 La main de l’ homme est dans la
                                   pierre et tire un Aigle de sa nuit
                                                              S. J. Perse

Παλεύουν, λευτερώνονται, σκλαβώνονται και
πάντα παλεύουν. Τα χέρια. Αναστρέφει o
Τροχός την εισβολή. Γίνεται άρμα. Λυτρώνεται
το νερό από το φράγμα και γράφει Μαιάνδρους
ακόμα και στα ποτάμια των Αντιπόδων.
Ρυτιδώνεται η μούχλα που σκεπάζει την υποψία
στο Υδραγωγείο των Μυκηνών. Στη Βύβλο, η ώρα
ονειρεύεται. Οι ακραίοι φρουροί, όταν συναντώνται
συνεργούν. Δε μας τρομάζουν. Ο ένας, ο μοναχός
είναι του φόβου. Μινώταυρος  και συλλογάται.

Το καράβι της Ουρ στενάζει πάνω στις πέτρινες
ρόδες του, καθώς λευτερώνεται από το λίκνο
του για το μεγάλο στεριανό ταξίδι και
κλυδωνίζεται μέσα σε δάση, πάνω σε βουνά,
αλλάζει χρώμα μπροστά σε κάθε ρεματιά,
ισκιώνει και ξαφνιάζει τον Ευφράτη, στολίζει
τον Τίγρη, ώσπου τινάζοντας
τα χρώματα και τα κάθε λογής φυτά, που το
σκεπάζουν, παγιδεύεται από τη θάλασσα, τις
πολλές θάλασσες. Τη μια.

Οι αυστηρές Αλετρίδες κινούν τους ξύλινους μοχλούς
των αρότρων, για να τα οδηγήσουν στα κράσπεδα
του Αταβύρου όπου τα μεγάλα λιθάρια θα παιδέψουν
το ξανθό σιτάρι για το αλεύρι του πρώτου ψωμιού
Άρτος, όχι για όλα τα στόματα.

Πού πρωτόδα τούτα τα δίχτυα; Ναί, θυμάμαι.
τα ξέμπλεκαν κοντοί νησιώτες. Λοξομάτηδες.
Όλοι μαζί τα τινάζαν, τα πετούσαν τ’ αψήλου
και τ’ άφηναν να πέσουν καταγής. Το
ίδιο είδα να κάνουν και σε κεφαλλονίτικα ψαροχώρια.
Στο Φισκάρδο. Στην Άσσο. Λυπήσου εκείνους που
δεν ονειρεύονται.
Τούτα τα δίχτυα δεν είναι δύσκολο να τα
νετάρεις. Με λίγη γνώση. Ένα ψίχουλο.
Φτάνει να ξέρεις να μετράς τα δάχτυλά σου,
ξαναρχίζοντας από τα τελευταία στα πρώτα.
Και πίστη. Ένα κλωνί.



Πηγή: «ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδ. ΑΓΡΑ 2005
Εμείς αναρτούμε το ποίημα με βάση την πρώτη δημοσίευσή του, στην πρόσκληση της έκθεσης ζωγραφικής της Σόνιας Κυπαρίσση, στις 6 Μαρτίου 1971. (σελ. 139 του βιβλίου).


ΞΕΜΠΑΡΚΟΙ – ΠΟΥΣΙ
(ποίηση ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ)